Το να ξεστομίζεις μια λέξη είναι σαν να χτυπάς μια νότα στο πληκτρολόγιο της φαντασίας.
Για όσα δεν μπορείς να μιλήσεις πρέπει να σωπαίνεις.

Ludwig Wittgenstein


Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012

ΕΝΟΤΗΤΑ 7

Για όσους θελουν να ξεχάσουν για λίγο το βιβλίο της γλώσσας και να διδάξουν με διαφορετικό τρόπο την ενότητα 7 της Νεοελληνικής γλώσσας της Β Γυμνασίου ας ρίξουν μια ματιά στην ακόλουθη  διδακτική πρόταση. Κάποια από τα κείμενα που χρησιμοποιήθηκαν προέρχονται από το πρόγραμμα εκπαίδευσης μουσουλμανοπαίδων. Στα φύλλα εργασίας που ακολουθούν θα βρείτε πολλές δραστηριότητες που αφορούν την κατανόηση γραπτού και προφορικού λόγου και την παραγωγή γραπτού και προφορικού λόγου σύμφωνα με τα νέα πιλοτικά προγράμματα σπουδών.
 

Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2012

ΞΕΝΙΤΙΑ

 Ξενιτιά: ένα θέμα συνυφασμένο με τη ζωή του Έλληνα και επίκαιρο όσο ποτέ! Περιηγηθείτε στη διαδραστική αφίσα που είναι αφιερωμένη στους Έλληνες που ξενιτεύτηκαν ή που πρόκειται να ξενιτευτούν. Τα βίντεo που χρησιμοποιήθηκαν προέρχονται από το youtube. Δείτε τη διαδραστική αφίσα στην ηλεκτρονική διεύθυνση  http://geraki.edu.glogster.com/foreign-land/

Δευτέρα, 20 Φεβρουαρίου 2012

ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ

Με την εφαρμογή scoop.it συγκέντρωσα ηλεκτρονικές διευθύνσεις στις οποίες μπορείτε να βρείτε πληροφοριακό, οπτικό και ακουστικό υλικό για το θέμα των προσφύγων.

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ

Εικόνες, βίντεο από το you tube και υπερσύνδεσμοι σε μια διαδραστική αφίσα για ένα από τα πιο όμορφα λογοτεχνικά κείμενα του γυμνασίου. Ελπίζω να σας αρέσει!
 Δείτε την αφίσα στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://geraki.edu.glogster.com/the-little-prince/

Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2012

ΒΑΝΚΑΣ, ΕΝΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ ΤΕΛΟΣ

Στα πλαίσια του πρότζεκτ για την παιδική εργασία οι μαθητές της Α τάξης του Πειραματικού Γυμνασίου Καβάλας έδωσαν ένα διαφορετικό τέλος στο διήγημα του Α. Τσέχωφ, "Ο Βάνκας". Μπράβο παιδιά για τις ωραίες ιδέες σας.

Χριστίνα Σκαμνιώτη, Α2

Ο Βάνκας δίπλωσε το γράμμα στα τέσσερα και το έβαλε στο φάκελο που είχε αγοράσει. Αλλά πριν το βάλει μέσα του έριξε δύο-τρείς σταγόνες από την κολόνια του παππού του. Την επόμενη μέρα, πήγε ο Βάνκας να  το ρίξει στο κουτί για να πάει στον μοναδικό του συγγενή. Μετά από λίγες μέρες, έφτασε το γράμμα στο χωριό αλλά ο ταχυδρόμος δεν ήξερε σε ποιον να  πάει και για αυτό τον λόγο το άφησε σε ένα καφενείο που πηγαίνουν σχεδόν όλοι και συζητούν. Εκείνη την στιγμή, περνούσε ένα γερασμένο σκυλί που έκανε συντροφιά στον παππού του. Εν τω μεταξύ, ο σκύλος αναγνώρισε την κολόνια του αφεντικού του, το άρπαξε μέσα από τα χέρια του  ταχυδρόμου και έτρεξε ορμητικά προς το σπίτι. Όταν ο παππούς άρχισε να το ανοίγει αναρωτήθηκε από ποιον  είναι. Μετά από λίγη ώρα, ο παππούς δακρυσμένος σήκωσε σιγά –σιγά το κεφάλι του και κοίταξε προς την πόρτα. Είδε ………. τον Βάνκα. Κατευθείαν έτρεξε προς τον παππού του και τον πολυαγαπημένο σκύλο του και αγκαλιάστηκαν. Τέλος, έμειναν μαζί για πάντα και υποσχέθηκαν να μην αφήσει ο ένας τον άλλον για τίποτα!

Δημήτρης Μπουμπούνας, Α2

Ο

 μικρός Βάνκας κοιμόταν με σφιγμένες τις γροθίτσες του, νανουρισμένος από τις γλυκές ελπίδες του και ονειρευόταν την επιστροφή του στην ευτυχία. Ήταν σχεδόν ξημερώματα Ανήμερα των Χριστουγέννων, όταν χτύπησε η πόρτα και ο Αλιάχιν με τη γυναίκα του έτρεξαν να ανοίξουν τρομαγμένοι. Τότε αντίκρισαν μπροστά τους την νεαρή ‘Όλγα Ιγκνάτιεβνα ταλαιπωρημένη από το πολύωρο ταξίδι της και σχεδόν παγωμένη από το τσουχτερό κρύο της Μόσχας. Αφού αντάλλαξαν ευχές, τους εξήγησε με τη λεπτή και ευγενική της φωνή πως ο ταλαιπωρημένος από τα χρόνια, τα βαθιά γεράματα και τα προβλήματα υγείας Κωνσταντής Μακάριτς επιθυμούσε να περάσει τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του μαζί με το μονάκριβο εγγονό του Βάνκα στο χωριό. Τους τόνισε μάλιστα πως η απούσία  του πολυαγαπημένου του εγγονού έχει κάνει τον παππού μελαγχολικό, λιγομίλητο, θλιμμένο και πως η κακή του ψυχολογκή κατάσταση επιδεινώνει καθημερινά τα προβλήματα υγείας του.

Έτσι ο πατέρας της Ζιβάρεφ την έστειλε στη Μόσχα για να συνοδέψει οριστικά πια πίσω στο χωριό το μικρό Βάνκα, θέλοντας να ικανοποιήσει την τελευταία ίσως επιθυμία του αγαπημένου και πιστού του νυχτοφύλακα, επιθυμώντας να τον δει και πάλι ευτυχισμένο και χαμογελαστό αλλά και τιμώντας τη μνήμη της πιστής και αφοσιωμένης καμαριέρας της Πελαγίας.



Γιουλιάν Τζεμάλι, Α2

Διπλώνει το γράμμα χαρούμενος ο Βάνκας και το βάζει σε έναν χρησιμοποιημένο φάκελο που βρήκε μπροστά του. Καθώς φορούσε το πανωφόρι του για να βγει και να πάει  να αφήσει το γράμμα του στο μπλε κουτί που του είχαν πει οι φίλοι του, μπαίνει το αφεντικό του μέσα στο μαγαζί. Εκείνος μη ξερώντας τι να κάνει πεταει το γράμμα κάτω και κάνει πως καθαρίζει το πάτωμα.

            Τελικα χωρίς να προσέξει τίποτα το ασυνήθιστο το αφεντικό του μετά από την μικρή ‘έρευνά’ που έκανε αποχώρησε από το μαγαζί αφήνοντας τον Βάνκα μόνο του. Ανακουφισμένος ο ίδιος βγήκε έξω και τρέχοντας πήγε και έριξε το γράμμα του στο κουτί.

            Μετά από λιγοήμερες ο Βάνκας δεν έλαβε απάντηση. Ο ίδιος είχε πια απελπιστεί και πίστευε πως δεν θα ξαναδεί τον πολυαγαπημένο του παππού.

            Όμως  για καλή του τύχη το αφεντικό του είπε πως θα πάνε στο χωριό του πάππου του για να προμηθευτούν κρέας για το χασάπικό του. Έτσι κι έγινε! Γεμάτος χαρά ανέβηκε στο κάρο και στον προορισμό  σκεφτόταν πως θα καταφέρει να δει τον πάππου του .

            Όταν φτάσανε στο χωριό η δουλειά του ήταν να πάει σε διάφορα σπίτια και να ερωτάει για τις τιμές του κρέατος! Ανάμεσα στα σπίτια ξεχώρισε το σπίτι του πάππου του. Γεμάτος ευτυχία και αισιοδοξία ο Βάνκας κτυπάει την πόρτα του σπιτιού. Αυτή που του άνοιξε την πόρτα ήταν η Όλγα Ιγκνάτιεβα. Στην αρχή ο Βάνκας δεν την γνώρισε αλλά μετά πετάχτηκε στην αγκαλιά της.

            Ξαφνικά  αρχίζει να φωνάζει μέσα στο σπίτι «πάππου, πάππου» όμως δεν έπαιρνε απάντηση. Όταν τον άκουγε η Όλγα έκλαιγε .Στη συνεχεία φώναξε τον Βάνκα να κατέβει κάτω. Εκείνη του εξήγησε πως είχε φύγει από την ζωή πριν 2 μήνες. Αυτός μην πιστεύοντας αυτό που  άκουσε γύρισε κλαίγοντας στο σημείο όπου θα συναντούσε το αφεντικό του.

            Όταν άρχισε να ρωτάει για τιμές το αφεντικό του, ο Βάνκας σήκωσε το κεφάλι του και είπε πως δεν ρώτησε κανέναν γιατί... Μην αφήνοντάς  τον να συνεχίσει , το αφεντικό του τον βαράει στο κεφάλι σκοτώνοντάς τον ακαριαία μες την μέση του δρόμου.

            Τελικα το αφεντικό του καταλήγει στις φύλακες ενώ ο 9 χρόνος  Βάνκας θάφτηκε διπλά στον πολυαγαπημένο του παππού που τόσο λαχταρούσε να δει.

 Ελίζα Κεχαγιά, Α1

Ο Βάνκας δίπλωσε το γράμμα, το έβαλε στον φάκελο κι έγραψε τη διεύθυνση: Στον Κωνσταντή Μακάριτς στο χωριό Καμπαρντίνκα. Ευχαριστημένος, πήγε στο ταχυδρομείο και το έβαλε στο κουτί.  Το γράμμα φτάνει στο χωριό λίγο μετά την Πρωτοχρονιά. Ο παππούς το διαβάζει και δεν μπορεί να πιστέψει στα μάτια του. Ποτέ δεν φαντάστηκε πόσο πολύ κακομεταχειρίζονταν τον εγγονό του. Στεναχωρήθηκε πάρα πολύ και την επόμενη κιόλας μέρα, ξεκινάει για να πάει να πάρει τον Βάνκα. Μόλις έφτασε στη Μόσχα, βρήκε το τσαγκαράδικο που δούλευε ο Βάνκας. Συζήτησε με το αφεντικό του και του απαίτησε να του δώσει τον Βάνκα. Έτσι γύρισαν στην Καμπαρντίνκα. Ο Βάνκας τώρα ζει ευτυχισμένος μαζί με τον παππού του και τις υπηρέτριες στο χωριό.

Ευαγγελία Νάτση, Α1

Και όπως ήταν φυσικό, το γράμμα δεν πήγε ποτέ στον παππού. Εκείνα τα Χριστούγεννα ο Βάνκας δε θα τα ξεχνούσε ποτέ. Ήταν τα χειρότερα της ζωής του! Ξυπνούσε κάθε μέρα με λαχτάρα κι ανυπομονούσε να δει τον παππού του να εμφανίζεται. Αυτό δε γινόταν κι έτσι ο πόνος , η κούραση το κρύο και η πείνα γινόταν ακόμη πιο αβάσταχτα. Και αυτό που ο Βάνκας φοβόταν έγινε αμέσως μετά τα Χριστούγεννα. Τον είχαν στείλει σε ένα θέλημα και στην επιστροφή δεν άντεξε. Λιποθύμησε κι έπεσε στο χιονισμένο δρόμο. Σχεδόν αμέσως όμως, δυο στιβαρά χέρια τον σήκωσαν  και ήταν αυτά ου θα τον έσωζαν για πάντα. Όταν ξύπνησε βρισκόταν σε ένα μοναστήρι, λίγο έξω από τη Μόσχα. Ο καλόγερος που τον βρήκε πεσμένο στο χιόνι, τον περιέθαλψε και τον πήρε κοντά του για πάντα. Εκεί ο Βάνκας μεγάλωσε ήρεμα σε ένα ζεστό περιβάλλον, έμαθε γράμματα και το κυριότερο, ξαναβρήκε τον αγαπημένο του παππού...

Αχιλλέας Ευθυκράτης, Α1
 

Ο Βάνκας δίπλωσε το γράμμα στα τέσσερα, φόρεσε την τρύπια ζακέτα του και πήρε το δρόμο για το κουτί των γραμμάτων. Όμως για κακή του τύχη , έπεσε πάνω στον Αλάχιν που γύριζε πιωμένος.  Αυτός μόλις τον είδε του πάτησε δυο ξυλιές με το καλαπόδι και τον τραβούσε από το αυτί για το σπίτι εξοργισμένος,  διότι βγήκε έξω χωρίς την άδειά του .

 Όταν  έφτασαν στο σπίτι ο Αλαχίν ρώτησε τον Βάνκα πού είχε πάει . Ο βάνκας αρνήθηκε να του πει. Τότε ο Αλαχίν άρχισε να τον βαράει μανιωδώς. Ξαφνικά άνοιξε η πόρτα και εμφανίστηκε  ως  από μηχανής θεός ο παππούς του Βάνκα  . Ο παππούς βλέποντας αυτό το θέαμα δεν πίστευε στα μάτια του. Αμέσως έβγαλε από τη τσέπη του το στιλέτο και το πέταξε κατάστηθα στον Αλαχίν. Εγγονός και παππούς έτρεξαν και βγήκαν από το σπίτι ενώ ο Αλαχιν ήταν ανήμπορος να αντιδράσει. Την επόμενη μέρα ο Βάνκας και ο παππούς του πήραν το τρένο και επέστρεψαν στο χωριό.  Ο παππούς συνέχιζε να δουλεύει στο χωριό έχοντας στο πλευρό του τον Βάνκα .







ΜΕΤΟΧΕΣ

Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2012

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

Στα πλαίσια της θεματικής ενότητας "Πορτρέτα εφήβων" με την οποία ασχοληθήκαμε κατά τη διάρκεια του α τριμήνου στο μάθημα της Νεοελληνικής λογοτεχνίας της  Β Γυμνασίου, οι μαθητές του Πειραματικού Γυμνασίου Καβάλας διάβασαν βιβλία με ήρωες εφήβους και τώρα  μας παρουσιάζουν τις εργασίες τους. Μπράβο παιδιά!

Ζωρζ Σαρή «Τα Χέγια»

     Όλα όσα περιγράφονται στο βιβλίο της Ζωρζ Σαρή «Τα Χέγια», διαδραματίζονται στη Λαμία. Κύριος χαρακτήρας του βιβλίου είναι η Μάτα, μια έφηβη που ζει με τον πατέρα και τη θεία της και δεν γνωρίζει τίποτα για τη μητέρα της. Σε μια αποκριάτικη γιορτή του χωριού του πατέρα της, η 17χρονη Μάτα γνωρίζει ένα όμορφο παλικάρι, τον Γιάννη, και ερωτεύονται. Με αφορμή όσα θέλει να μάθει για τη μητέρα της, ένα ανώνυμο τηλεφώνημα και με μια διαμαρτυρία ενάντια στο Μπόθα και την καταπίεση των ανθρώπων, ξεδιπλώνεται μπροστά της το παρελθόν του πατέρα της και η αλήθεια για την μητέρα της. Τα ψέματα που της έλεγαν οι δικοί της φανερώθηκαν και αυτό την ενόχλησε πολύ με αποτέλεσμα να θέλει να «ξεκόψει» από αυτούς. Στο τέλος όμως, με την παρέμβαση μιας καλοσυνάτης γυναίκας, η Μάτα συγχωρεί τους δικούς της και συμφιλιώνεται μαζί τους. 

                                                                  Σαπουνά Ματίνα, Β3 


ΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ ΤΟΥ ΠΥΡΓΟΥ-ΤΟ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ ΤΟΥ ΠΥΡΓΟΥ-Ο ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΣ ΤΟΥ ΠΥΡΓΟΥ

ΚΙΡΑ ΣΙΝΟΥ



   Αυτή είναι μια τριλογία που λύνει το μυστήριο του πύργου. Μεταφερόμαστε σε μία ήσυχη γειτονιά της Κηφισιάς. Αυτή η γειτονιά είναι όπως οι γειτονιές που γνωρίζουμε σήμερα. Η μια της γωνία όμως την κάνει να δείχνει πολύ πιο διαφορετική από τις δικές μας γειτονιές. Είναι ένας  πύργος.  Αυτός ο πύργος είναι η αιτία της έναρξης μιας μεγάλης περιπέτειας . Πρωταγωνιστής ο Αλέξης και οι φίλοι του η Κατερίνα και ο Γιάννης. Η περιπέτεια ξεκινά από ένα ήσυχο καλοκαιρινό σούρουπο καθώς ο Αλέξης παρατήρησε ένα φως αναμμένο στον πύργο και σκιές να περιφέρονται  πίσω από τις κουρτίνες του παραθύρου , ενώ ο πύργος ήταν ακατοίκητος. Αυτό έβαλε τον Αλέξη και την παρέα του σε υποψίες και μετά από μια εξερεύνηση στο εσωτερικό του πύργου βρήκαν πολλά στοιχεία. Καθώς  φτάνει ο χειμώνας οι τρεις φίλοι οδηγούνται σε νέες υποψίες καθώς μεγάλη είναι η κίνηση συμβολαιογράφων , δικηγόρων και υποψήφιων ιδιοκτητών για τον πύργο. Έτσι ο Αλέξης και η  παρέα του έχοντας στοιχεία από τους συμβολαιογράφους προσπαθούν κρυφά να ανακαλύψουν τον πραγματικό ιδιοκτήτη όμως οδηγούνται σε μια απίστευτη αλήθεια. Μετά από λίγους μήνες η παρέα παρατηρεί πάλι κάποια γεγονότα τα οποία φτάνοντας στο τέλος περιέχουν τη λέξη πύργος. Η απαγωγή ενός καθηγητή έχει λημέρι της τον πύργο καθώς και κακοποιοί χρησιμοποιούν τον πύργο για κρησφύγετο. Όλα αυτά οδηγούν σε  εκρήξεις βομβών , σε πολλούς τραυματίες  ακόμα και στην βύθιση ενός πλοίου πάνω στο οποίο ήταν  ο Αλέξης και οι φίλοι του. Οι τρείς φίλοι αποφασίζουν σαν ομάδα να παραδώσουν τους κακοποιούς στην αστυνομία. Όμως κάτι πάει στραβά και οι κακοποιοί τους προλαβαίνουν πρώτοι. Ο Αλέξης θέλοντας να πάρει εκδίκηση καταστρώνει σχέδιο με την Κατερίνα και τον Γιάννη. Τελικά η λύση της υπόθεσης θα δοθεί , κάπως αναπάντεχα, στο καρναβάλι της Σκύρου.

   Τα τρία αυτά βιβλία μου άρεσαν πολύ καθώς έχουν πολλή δράση και μυστήριο αλλά και περιγράφουν το ρομαντικό περιβάλλον της Κηφισιάς. Επίσης περιέχουν πολλά στοιχεία που περιγράφουν την αγάπη για φίλους καθώς ο Αλέξης και οι φίλοι του είναι δεμένοι με μια πολύ ισχυρή φιλία.

                               Τσουμπουτσώνη Σταματία, Β3


Το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ

   
 Η Άννα Φρανκ είναι μια Εβραιοπούλα που ζει στη Γερμανία  κατά  τη  διάρκεια   του     Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

  Το 1942, τρία χρόνια μετά την έναρξη του πολέμου η Άννα γίνεται 13. Ανάμεσα στα δώρα που πήρε είναι και ένα ημερολόγιο . Η Άννα δίνει στο ημερολόγιο το όνομα Κιττυ.

    Όμως, η Άννα  και  η  οικογένεια  της    για  να γλυτώσουνε από τα στρατόπεδα συγκεντρώσεων  βρίσκουν καταφύγιο σε μια σοφίτα .Σε αυτήν τη σοφίτα η Άννα αρχίζει και καταγράφει την καθημερινότητα της και  τα αισθήματα της.

   Τις περισσότερες ώρες της ημέρας ήταν αναγκασμένοι   να είναι ακίνητοι ,και τελείως αθόρυβοι για να μην γίνουν αντιληπτοί στους Γερμανούς.

    Η Άννα , αν και ζει με τον φόβο να μην την ανακαλύψουν ,κάνει όνειρα και πάντα έχει την ελπίδα για την απελευθέρωση της Ολλανδίας.

    Όμως οι ελπίδες της διαψεύδονται η οικογένεια συλλαμβάνεται , χωρίζεται  και στέλνονται σε στρατόπεδα συγκεντρώσεων.

    Ο μόνος που επέζησε από όλη την οικογένεια ήταν ο  Όττο Φρανκ ο πατέρας της Άννας ,στα χέρια  του οποίου έρχεται το ημερολόγιο της Άννας . Το ημερολόγιο δημοσιεύτηκε και σήμερα αποτελεί ένα σπουδαίο διήγημα.

Γιάννης Σαββίδης,Β3


Η ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΑΧΝΕΣ ΤΗΣ
ΑΛΚΗ ΖΕΗ
Στο μυθιστόρημα παρουσιάζεται η ζωή μιας νεαρής κοπέλας, της Κωνσταντίνας, κυρίως μετά την απόφαση των γονιών της να χωρίσουν και η περιπέτειά της με τα ναρκωτικά. Στην αρχή η ηρωίδα ιστορεί με μια αναδρομική αφήγηση τη στιγμή της γέννησής της, καθώς γεννήθηκε τυλιγμένη σε αράχνες. Στη συνέχεια αναφέρεται στα παιδικά της χρόνια τα οποία σφραγίζονται από  την παρουσία της γιαγιάς της Ισμήνης αφού  καμιά από τις δυο δεν συμπαθούσε την άλλη. Ακολούθως σημειώνει την απόφαση των γονιών της να μετακομίσουν στη Γερμανία, όπου η ίδια θα παρακολουθούσε γερμανικό σχολείο. Ο χωρισμός των γονιών της Κωνσταντίνας, η επιστροφή στην Ελλάδα και οι δυσκολίες προσαρμογής οδηγούν την Κωνσταντίνα στον επικίνδυνο δρόμο των ναρκωτικών.  Εντύπωση προκαλεί η σκληρή συμπεριφορά της γιαγιάς της Κωνσταντίνας, απέναντί της.  Συγκεκριμένα σε διάφορα σημεία του διηγήματος η ηρωίδα σημειώνει ότι επειδή δεν ήταν πολύ ομιλητική, η γιαγιά της την αποκαλούσε, όχι μπροστά της βέβαια ,«λείψανο», δεν την είχε πάρει ποτέ αγκαλιά, παραπονιόταν, όταν αρρώσταινε η Κωνσταντίνα και έπρεπε να τη φροντίσει και μάλιστα έφτασε στο σημείο να χαίρεται όταν της ανακοίνωσαν ότι θα έφευγαν για Γερμανία, αφού θα απαλλασσόταν από εκείνη. Όμως στο τέλος, η γιαγιά θα παίξει καθοριστικό ρόλο αφού  αντιλαμβάνεται το πρόβλημα της Κωνσταντίνας και αποφασίζει να παρακολουθήσει ειδικά σεμινάρια για να βοηθήσει την εγγονή της. Έτσι σιγά-σιγά η Κωνσταντίνα με τη βοήθεια της γιαγιάς της  παίρνει το δρόμο της απεξάρτησης από τα ναρκωτικά.
                          
                        Πετσαγγουράκης Χαράλαμπος, Β3