Το να ξεστομίζεις μια λέξη είναι σαν να χτυπάς μια νότα στο πληκτρολόγιο της φαντασίας.
Για όσα δεν μπορείς να μιλήσεις πρέπει να σωπαίνεις.

Ludwig Wittgenstein


Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2014

Σύνδεση προτάσεων


Make your own mind maps with Mindomo.

Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2014

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Δείτε εδώ το αφιέρωμα της Καθημερινής 

Ο Νίκος - Γαβριήλ Πεντζίκης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, τέταρτο παιδί του Γαβριήλ Πεντζίκη και της Μαρίας το γένος Ιωαννίδου. Είχε τρεις αδερφές, από τις οποίες η Χρυσούλα ήταν η ποιήτρια Ζωή Καρέλλη. Ο πατέρας του ήταν φαρμακοποιός και η μητέρα του δασκάλα. Στο δημοτικό σχολείο πήγε για πρώτη φορά το 1919 στην έκτη τάξη· τα προηγούμενα χρόνια είχε κάνει μαθήματα στο σπίτι. Το 1921 ταξίδεψε με την οικογένειά του στη Βουδαπέστη, το Βελιγράδι και τη Βιέννη. Σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών συνέταξε μια Παγκόσμια Γεωγραφία που εγκρίθηκε αρχικά από το Υπουργείο Παιδείας, η έγκριση ωστόσο ανακλήθηκε όταν έγινε γνωστή η ηλικία του. Τότε άρχισε να γράφει τα πρώτα του ποιήματα. Το 1926 έφυγε για σπουδές Οπτικής και Φαρμακευτικής στο Παρίσι, όπου γνωρίστηκε με τον Γιάννη Ψυχάρη, και μετά από δυο χρόνια πήρε πτυχίο Φυσιολογίας οπτικής. Το 1927 πέθανε ο πατέρας του και η οικογένεια αντιμετώπισε οικονομικές δυσκολίες. Από 1928 ως το 1929 σπούδασε Φαρμακευτική και Βοτανική στο Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου · αποφοίτησε το 1929. Επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη και από το 1930 ως το 1955 ανέλαβε το φαρμακείο του πατέρα του, που έγινε ένα από τα γνωστότερα λογοτεχνικά στέκια της πόλης. Από το 1953 και ως το 1969 εργάστηκε ως ιατρικός επισκέπτης. Το 1933 επισκέφτηκε για πρώτη φορά το Άγιο Όρος (ώς το θάνατό του ξαναπήγε ενενηντατρείς φορές), όπου ξεκίνησε την ενασχόλησή του με τη ζωγραφική. Το 1940 επιστρατεύτηκε και εκπαιδεύτηκε στο Ληγουριό, δεν πρόλαβε ωστόσο να πολεμήσει, καθώς προηγήθηκε η συνθηκολόγηση με τους γερμανούς. Το 1943 γράφτηκε στο Κ.Κ.Ε. Ένα χρόνο αργότερα συμμετείχε για πρώτη φορά σε έκθεση ζωγραφικής στο ανθοπωλείο Ευρυβιάδη Κωνσταντινίδη. Το 1946 αναγκάστηκε για οικονομικούς λόγους να συνεταιριστεί στο πατρικό φαρμακείο. Το 1948 παντρεύτηκε τη Νίκη Λαζαρίδου, με την οποία απέκτησε ένα γιο τον Γαβριήλ. Γύρω στο 1967 ξεκίνησε η σταδιακή ψυχική απομάκρυνσή του από τα εγκόσμια και η καθημερινή του ενασχόληση με τον Συναξαριστή του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη, που κράτησε ώς το τέλος της ζωής του και σημάδεψε την μετέπειτα καλλιτεχνική του παραγωγή. Ταξίδεψε στην Ολλανδία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, το Βέλγιο, την Αγγλία και το Στρασβούργο, (1986 και 1989). Ως ζωγράφος πήρε μέρος σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις ζωγραφικής σε πολλές πόλεις της Ελλάδας και του εξωτερικού (Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης (1951), Γαλλικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης (1952), γκαλερί Ζυγός της Αθήνας (1958),αίθουσα Τέχνη (1960 και 1966), όγδοη Πανελλήνια Έκθεση Θεσσαλονίκης (1965), Ινστιτούτο Goethe της Αθήνας (1969), Κύπρος (1970), Λονδίνο (1971), γκαλερί Κρεωνίδη (1976),γκαλερί Κοχλίας (1982), Ιταλία (1984), Εθνική Πινακοθήκη (1985), Βελίδειο Πολιτιστικό Κέντρο Θεσσαλονίκης (1985), Κιλκίς (1986), Βαφοπούλειο Πολιτιστικό Κέντρο (1986) και αλλού). Πέθανε από καρδιακή ανακοπή το 1993.
Στο χώρο της λογοτεχνίας πρωτοεμφανίστηκε το 1934 με το μυθιστόρημα Ανδρέας Δημακούδης (ένας νέος μονάχος), υπογράφοντας ως Κοσμάς Σταυράκιος. Από το 1935 άρχισε η μακρόχρονη συνεργασία του με πολλά περιοδικά και εφημερίδες της Θεσσαλονίκης (Το 3ο μάτι, Μακεδονικές Ημέρες, Φιλολογικά Χρονικά, Κοχλίας - του οποίου υπήρξε ιδρυτικό μέλος από το 1945 -, Το Φύλλο του Λαού, Η Δευτέρα, ο Αιώνας μας, Μορφές, Σημερινά Γράμματα, Διαγώνιος, Ενδοχώρα, Ευθύνη κ.α.), όπου δημοσίευσε πεζογραφήματα, ποιήματα, μεταφράσεις και άρθρα . Έργα του μεταφράστηκαν στα γαλλικά, ιταλικά, ολλανδικά και γερμανικά. Τιμήθηκε με τη γαλλική διάκριση Palmes d’ Officier d’ Academie (1952), τον Αργυρό σταυρό του Τάγματος του Φοίνικα (1971), το οφφίκιο του Μεγάλου Άρχοντος Μυρεψού της του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας (1971), το Α΄ Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος (1982 για το έργο του Πόλεως και νομού Δράμας παραμυθία) το βραβείο Gottfried - Herder στη Βιέννη (1989). Το 1988 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτωρ του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Πήρε μέρος σε τηλεοπτικές εκπομπές λόγου και σε λογοτεχνικές εκδηλώσεις και έδωσε πολλές διαλέξεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Το λογοτεχνικό έργο του Νίκου - Γαβριήλ Πεντζίκη εντάσσεται τυπικά στη γενιά του ’30 και μάλιστα ανάμεσα στους πρωτοπόρους συγγραφείς που εισηγήθηκαν τη συνειρμική γραφή υπό την επίδραση του μοντερνισμού στη νεοελληνική πεζογραφία. Διαχωρίζεται ωστόσο από τους συγχρόνους του, κυρίως λόγω της έντασης με την οποία οικειοποιήθηκε και αξιοποίησε τόσο τα σύγχρονά του λογοτεχνικά ρεύματα, όσο και την παράδοση της νεοελληνικής πεζογραφίας στο πλαίσιο της ορθοδοξίας (όπως αυτή καλλιεργήθηκε κυρίως από τον Παπαδιαμάντη). Κάποια από τα χαρακτηριστικά στοιχεία του πολύμορφου έργου του είναι η ευρεία θεματική του (που πηγάζει από ιστορικά, γεωγραφικά, λογοτεχνικά, θρησκευτικά και άλλα συμφραζόμενα), η συχνή χρήση του εσωτερικού μονολόγου και της μεταφοράς με παραπομπές στη βυζαντινή εικαστική τέχνη, η θρησκευτική προσήλωση και η μεγάλη αγάπη του για τη γενέτειρά του.


Πηγή: http://www.ekebi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=node&cnode=461&t=330



Ζωγράφος αυτοδίδακτος («μα κάθε άλλο παρά απλοϊκός και άτσαλος») ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης (1908-1993), πλούτισε τη νεοελληνική ζωγραφική με καινούρια πρωτοφανέρωτα χαρακτηριστικά. Aναθρεμμένος στη βυζαντινή Θεσσαλονίκη, βαθύς γνώστης της βυζαντινής γραμματείας και τέχνης, αλλά και κάτοχος, από πολύ νωρίς, όλων των ρευμάτων και των τάσεων του ευρωπαϊκoύ μοντερνισμού και της avant-guard, συνδύασε στα έργα του την παράδοση με στοιχεία των μετεμπρεσιονιστών (Seurat) φτάνοντας σε εντελώς προσωπικές διατυπώσεις. Η ζωγραφική του Πεντζίκη είναι σε άμεση συνάρτηση με τον πνευματικό του κόσμο, τον ιδιαίτερο ψυχισμό του, τα νεωτερικά, τόσο τολμηρά πεζογραφήματά του. Όπως τόσες φορές είχε πει, το κέντρο αλλά και το έναυσμα της καλλιτεχνικής του παραγωγής ήταν η ορθόδοξη πίστη και τα πατερικά κείμενα. Έζησε και πέθανε στη «Μητέρα Θεσσαλονίκη». Σπούδασε φαρμακευτική και εφηρμοσμένη οπτική στο Στρασβούργο και στο Παρίσι (1926-1929). Τα χρόνια 1930-1955 διηύθυνε το φαρμακείο που κληρονόμησε από τον πατέρα του στην οδό Εγνατία και το διάστημα 1955-1968 εργάστηκε σε φαρμακευτική εταιρεία. Πρωτοπαρουσίασε ζωγραφική του το 1944, έχοντας ήδη βρει τη φωνή του στην πεζογραφία και την ποίηση, έχοντας εκδώσει δηλαδή τα πεζογραφήματα Ανδρέας Δημακούδης και Ο Πεθαμένος και η Ανάσταση, καθώς και την ποιητική συλλογή Εικόνες. Η ουσιαστική εικαστική του παιδεία τον ώθησε στη συγγραφή τεχνοκριτικών σημειωμάτων και μελετών (για τον Παπαλουκά, για τον Γκίκα). Τα πρώτα χρόνια ζωγραφίζει με μολύβια και λάδια, όμως πολύ νωρίς στρέφεται στην τέμπερα, που θα χρησιμοποιήσει ως το τέλος, γιατί θεωρεί το λάδι αισθησιακό. Αυτή την πρώτη περίοδο (1950-1967) αποτυπώνει το μακεδονίτικο τοπίο και τη βλάστησή του, αλλά και τη γενέθλια πόλη με τα λαϊκά σπίτια και τις βυζαντινές εκκλησιές. Yιοθετώντας τις λύσεις του pointillisme, διαρθρώνει συνθέσεις μεταϊμπρεσιονιστικής αντίληψης, στις οποίες το χρώμα παίζει τον πρωτεύοντα ρόλο. Κυριαρχεί η μικρή κοφτή πινελιά σε αλλεπάλληλα στρώματα, σε έργα λυρικά, όλο χρωματικές αρμονίες, δίχως προοπτική και φωτοσκιάσεις. Στη δεύτερη περίοδο της ζωγραφικής του (1967-1993) χρησιμοποιεί την αυτοσχέδια, εξαντλητική μέθοδο της ψηφαρίθμησης. Σελίδες από το Συναξαριστή του Αγ. Νικοδήμου του Αγιορείτη (αλλά και ερωτικές επιστολές, καρτ-ποστάλ, τοπωνύμια) δίνουν καθημερινά, μέχρι την τελευταία μέρα της ζωής του, την πρώτη ύλη της εργασίας, και ο Πεντζίκης προσπαθεί να «μεταγλωτίσσει» σε χρώματα την αρμονία και το πνεύμα του ιερού βιβλίου που χρησιμοποιεί. Το συναξάρι της κάθε μέρας (μπολιασμένο με αυτά τα άλλα κείμενα) αποδομείται σε λέξεις, η κάθε λέξη σε γράμματα, κάθε γράμμα σε αριθμό, που ο καθένας αντιστοιχεί σε ένα χρώμα. 1=μπλε, 2=κίτρινο, 5=πορτοκαλί κλπ. Τα θρησκευτικά θέματα, αναγκαστικά, πληθαίνουν και τα χρώματα γίνονται πιο υποβλητικά, σκουραίνουν. Βυζαντινός και ευρωπαίος, πολύπλοκος και αθώος, ορθόδοξος και μοντέρνος, ο Πεντζίκης, κέντησε με αναρίθμητες πινελιές, με απέραντη αγάπη και υπομονή, ένα μυστικό τοπίο όπου αναδύονται οι σχέσεις του ανθρώπου με το απόλυτο – όπου όμως ο ερμητισμός και η συμβολική προέκταση δεν θαμπώνουν τα ακριβά υλικά της ζωής, την ανήσυχη πραγματογνωσία μιας σύγχρονης ζωγραφικής συνείδησης. Πηγή: www.lifo.gr
Ζωγράφος αυτοδίδακτος («μα κάθε άλλο παρά απλοϊκός και άτσαλος») ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης (1908-1993), πλούτισε τη νεοελληνική ζωγραφική με καινούρια πρωτοφανέρωτα χαρακτηριστικά. Aναθρεμμένος στη βυζαντινή Θεσσαλονίκη, βαθύς γνώστης της βυζαντινής γραμματείας και τέχνης, αλλά και κάτοχος, από πολύ νωρίς, όλων των ρευμάτων και των τάσεων του ευρωπαϊκoύ μοντερνισμού και της avant-guard, συνδύασε στα έργα του την παράδοση με στοιχεία των μετεμπρεσιονιστών (Seurat) φτάνοντας σε εντελώς προσωπικές διατυπώσεις. Η ζωγραφική του Πεντζίκη είναι σε άμεση συνάρτηση με τον πνευματικό του κόσμο, τον ιδιαίτερο ψυχισμό του, τα νεωτερικά, τόσο τολμηρά πεζογραφήματά του. Όπως τόσες φορές είχε πει, το κέντρο αλλά και το έναυσμα της καλλιτεχνικής του παραγωγής ήταν η ορθόδοξη πίστη και τα πατερικά κείμενα. Έζησε και πέθανε στη «Μητέρα Θεσσαλονίκη». Σπούδασε φαρμακευτική και εφηρμοσμένη οπτική στο Στρασβούργο και στο Παρίσι (1926-1929). Τα χρόνια 1930-1955 διηύθυνε το φαρμακείο που κληρονόμησε από τον πατέρα του στην οδό Εγνατία και το διάστημα 1955-1968 εργάστηκε σε φαρμακευτική εταιρεία. Πρωτοπαρουσίασε ζωγραφική του το 1944, έχοντας ήδη βρει τη φωνή του στην πεζογραφία και την ποίηση, έχοντας εκδώσει δηλαδή τα πεζογραφήματα Ανδρέας Δημακούδης και Ο Πεθαμένος και η Ανάσταση, καθώς και την ποιητική συλλογή Εικόνες. Η ουσιαστική εικαστική του παιδεία τον ώθησε στη συγγραφή τεχνοκριτικών σημειωμάτων και μελετών (για τον Παπαλουκά, για τον Γκίκα). Τα πρώτα χρόνια ζωγραφίζει με μολύβια και λάδια, όμως πολύ νωρίς στρέφεται στην τέμπερα, που θα χρησιμοποιήσει ως το τέλος, γιατί θεωρεί το λάδι αισθησιακό. Αυτή την πρώτη περίοδο (1950-1967) αποτυπώνει το μακεδονίτικο τοπίο και τη βλάστησή του, αλλά και τη γενέθλια πόλη με τα λαϊκά σπίτια και τις βυζαντινές εκκλησιές. Yιοθετώντας τις λύσεις του pointillisme, διαρθρώνει συνθέσεις μεταϊμπρεσιονιστικής αντίληψης, στις οποίες το χρώμα παίζει τον πρωτεύοντα ρόλο. Κυριαρχεί η μικρή κοφτή πινελιά σε αλλεπάλληλα στρώματα, σε έργα λυρικά, όλο χρωματικές αρμονίες, δίχως προοπτική και φωτοσκιάσεις. Στη δεύτερη περίοδο της ζωγραφικής του (1967-1993) χρησιμοποιεί την αυτοσχέδια, εξαντλητική μέθοδο της ψηφαρίθμησης. Σελίδες από το Συναξαριστή του Αγ. Νικοδήμου του Αγιορείτη (αλλά και ερωτικές επιστολές, καρτ-ποστάλ, τοπωνύμια) δίνουν καθημερινά, μέχρι την τελευταία μέρα της ζωής του, την πρώτη ύλη της εργασίας, και ο Πεντζίκης προσπαθεί να «μεταγλωτίσσει» σε χρώματα την αρμονία και το πνεύμα του ιερού βιβλίου που χρησιμοποιεί. Το συναξάρι της κάθε μέρας (μπολιασμένο με αυτά τα άλλα κείμενα) αποδομείται σε λέξεις, η κάθε λέξη σε γράμματα, κάθε γράμμα σε αριθμό, που ο καθένας αντιστοιχεί σε ένα χρώμα. 1=μπλε, 2=κίτρινο, 5=πορτοκαλί κλπ. Τα θρησκευτικά θέματα, αναγκαστικά, πληθαίνουν και τα χρώματα γίνονται πιο υποβλητικά, σκουραίνουν. Βυζαντινός και ευρωπαίος, πολύπλοκος και αθώος, ορθόδοξος και μοντέρνος, ο Πεντζίκης, κέντησε με αναρίθμητες πινελιές, με απέραντη αγάπη και υπομονή, ένα μυστικό τοπίο όπου αναδύονται οι σχέσεις του ανθρώπου με το απόλυτο – όπου όμως ο ερμητισμός και η συμβολική προέκταση δεν θαμπώνουν τα ακριβά υλικά της ζωής, την ανήσυχη πραγματογνωσία μιας σύγχρονης ζωγραφικής συνείδησης. Πηγή: www.lifo.gr
Ζωγράφος αυτοδίδακτος («μα κάθε άλλο παρά απλοϊκός και άτσαλος») ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης (1908-1993), πλούτισε τη νεοελληνική ζωγραφική με καινούρια πρωτοφανέρωτα χαρακτηριστικά. Aναθρεμμένος στη βυζαντινή Θεσσαλονίκη, βαθύς γνώστης της βυζαντινής γραμματείας και τέχνης, αλλά και κάτοχος, από πολύ νωρίς, όλων των ρευμάτων και των τάσεων του ευρωπαϊκoύ μοντερνισμού και της avant-guard, συνδύασε στα έργα του την παράδοση με στοιχεία των μετεμπρεσιονιστών (Seurat) φτάνοντας σε εντελώς προσωπικές διατυπώσεις. Η ζωγραφική του Πεντζίκη είναι σε άμεση συνάρτηση με τον πνευματικό του κόσμο, τον ιδιαίτερο ψυχισμό του, τα νεωτερικά, τόσο τολμηρά πεζογραφήματά του. Όπως τόσες φορές είχε πει, το κέντρο αλλά και το έναυσμα της καλλιτεχνικής του παραγωγής ήταν η ορθόδοξη πίστη και τα πατερικά κείμενα. Έζησε και πέθανε στη «Μητέρα Θεσσαλονίκη». Σπούδασε φαρμακευτική και εφηρμοσμένη οπτική στο Στρασβούργο και στο Παρίσι (1926-1929). Τα χρόνια 1930-1955 διηύθυνε το φαρμακείο που κληρονόμησε από τον πατέρα του στην οδό Εγνατία και το διάστημα 1955-1968 εργάστηκε σε φαρμακευτική εταιρεία. Πρωτοπαρουσίασε ζωγραφική του το 1944, έχοντας ήδη βρει τη φωνή του στην πεζογραφία και την ποίηση, έχοντας εκδώσει δηλαδή τα πεζογραφήματα Ανδρέας Δημακούδης και Ο Πεθαμένος και η Ανάσταση, καθώς και την ποιητική συλλογή Εικόνες. Η ουσιαστική εικαστική του παιδεία τον ώθησε στη συγγραφή τεχνοκριτικών σημειωμάτων και μελετών (για τον Παπαλουκά, για τον Γκίκα). Τα πρώτα χρόνια ζωγραφίζει με μολύβια και λάδια, όμως πολύ νωρίς στρέφεται στην τέμπερα, που θα χρησιμοποιήσει ως το τέλος, γιατί θεωρεί το λάδι αισθησιακό. Αυτή την πρώτη περίοδο (1950-1967) αποτυπώνει το μακεδονίτικο τοπίο και τη βλάστησή του, αλλά και τη γενέθλια πόλη με τα λαϊκά σπίτια και τις βυζαντινές εκκλησιές. Yιοθετώντας τις λύσεις του pointillisme, διαρθρώνει συνθέσεις μεταϊμπρεσιονιστικής αντίληψης, στις οποίες το χρώμα παίζει τον πρωτεύοντα ρόλο. Κυριαρχεί η μικρή κοφτή πινελιά σε αλλεπάλληλα στρώματα, σε έργα λυρικά, όλο χρωματικές αρμονίες, δίχως προοπτική και φωτοσκιάσεις. Στη δεύτερη περίοδο της ζωγραφικής του (1967-1993) χρησιμοποιεί την αυτοσχέδια, εξαντλητική μέθοδο της ψηφαρίθμησης. Σελίδες από το Συναξαριστή του Αγ. Νικοδήμου του Αγιορείτη (αλλά και ερωτικές επιστολές, καρτ-ποστάλ, τοπωνύμια) δίνουν καθημερινά, μέχρι την τελευταία μέρα της ζωής του, την πρώτη ύλη της εργασίας, και ο Πεντζίκης προσπαθεί να «μεταγλωτίσσει» σε χρώματα την αρμονία και το πνεύμα του ιερού βιβλίου που χρησιμοποιεί. Το συναξάρι της κάθε μέρας (μπολιασμένο με αυτά τα άλλα κείμενα) αποδομείται σε λέξεις, η κάθε λέξη σε γράμματα, κάθε γράμμα σε αριθμό, που ο καθένας αντιστοιχεί σε ένα χρώμα. 1=μπλε, 2=κίτρινο, 5=πορτοκαλί κλπ. Τα θρησκευτικά θέματα, αναγκαστικά, πληθαίνουν και τα χρώματα γίνονται πιο υποβλητικά, σκουραίνουν. Βυζαντινός και ευρωπαίος, πολύπλοκος και αθώος, ορθόδοξος και μοντέρνος, ο Πεντζίκης, κέντησε με αναρίθμητες πινελιές, με απέραντη αγάπη και υπομονή, ένα μυστικό τοπίο όπου αναδύονται οι σχέσεις του ανθρώπου με το απόλυτο – όπου όμως ο ερμητισμός και η συμβολική προέκταση δεν θαμπώνουν τα ακριβά υλικά της ζωής, την ανήσυχη πραγματογνωσία μιας σύγχρονης ζωγραφικής συνείδησης. Πηγή: www.lifo.gr
Ζωγράφος αυτοδίδακτος («μα κάθε άλλο παρά απλοϊκός και άτσαλος») ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης (1908-1993), πλούτισε τη νεοελληνική ζωγραφική με καινούρια πρωτοφανέρωτα χαρακτηριστικά. Aναθρεμμένος στη βυζαντινή Θεσσαλονίκη, βαθύς γνώστης της βυζαντινής γραμματείας και τέχνης, αλλά και κάτοχος, από πολύ νωρίς, όλων των ρευμάτων και των τάσεων του ευρωπαϊκoύ μοντερνισμού και της avant-guard, συνδύασε στα έργα του την παράδοση με στοιχεία των μετεμπρεσιονιστών (Seurat) φτάνοντας σε εντελώς προσωπικές διατυπώσεις. Η ζωγραφική του Πεντζίκη είναι σε άμεση συνάρτηση με τον πνευματικό του κόσμο, τον ιδιαίτερο ψυχισμό του, τα νεωτερικά, τόσο τολμηρά πεζογραφήματά του. Όπως τόσες φορές είχε πει, το κέντρο αλλά και το έναυσμα της καλλιτεχνικής του παραγωγής ήταν η ορθόδοξη πίστη και τα πατερικά κείμενα. Έζησε και πέθανε στη «Μητέρα Θεσσαλονίκη». Σπούδασε φαρμακευτική και εφηρμοσμένη οπτική στο Στρασβούργο και στο Παρίσι (1926-1929). Τα χρόνια 1930-1955 διηύθυνε το φαρμακείο που κληρονόμησε από τον πατέρα του στην οδό Εγνατία και το διάστημα 1955-1968 εργάστηκε σε φαρμακευτική εταιρεία. Πρωτοπαρουσίασε ζωγραφική του το 1944, έχοντας ήδη βρει τη φωνή του στην πεζογραφία και την ποίηση, έχοντας εκδώσει δηλαδή τα πεζογραφήματα Ανδρέας Δημακούδης και Ο Πεθαμένος και η Ανάσταση, καθώς και την ποιητική συλλογή Εικόνες. Η ουσιαστική εικαστική του παιδεία τον ώθησε στη συγγραφή τεχνοκριτικών σημειωμάτων και μελετών (για τον Παπαλουκά, για τον Γκίκα). Τα πρώτα χρόνια ζωγραφίζει με μολύβια και λάδια, όμως πολύ νωρίς στρέφεται στην τέμπερα, που θα χρησιμοποιήσει ως το τέλος, γιατί θεωρεί το λάδι αισθησιακό. Αυτή την πρώτη περίοδο (1950-1967) αποτυπώνει το μακεδονίτικο τοπίο και τη βλάστησή του, αλλά και τη γενέθλια πόλη με τα λαϊκά σπίτια και τις βυζαντινές εκκλησιές. Yιοθετώντας τις λύσεις του pointillisme, διαρθρώνει συνθέσεις μεταϊμπρεσιονιστικής αντίληψης, στις οποίες το χρώμα παίζει τον πρωτεύοντα ρόλο. Κυριαρχεί η μικρή κοφτή πινελιά σε αλλεπάλληλα στρώματα, σε έργα λυρικά, όλο χρωματικές αρμονίες, δίχως προοπτική και φωτοσκιάσεις. Στη δεύτερη περίοδο της ζωγραφικής του (1967-1993) χρησιμοποιεί την αυτοσχέδια, εξαντλητική μέθοδο της ψηφαρίθμησης. Σελίδες από το Συναξαριστή του Αγ. Νικοδήμου του Αγιορείτη (αλλά και ερωτικές επιστολές, καρτ-ποστάλ, τοπωνύμια) δίνουν καθημερινά, μέχρι την τελευταία μέρα της ζωής του, την πρώτη ύλη της εργασίας, και ο Πεντζίκης προσπαθεί να «μεταγλωτίσσει» σε χρώματα την αρμονία και το πνεύμα του ιερού βιβλίου που χρησιμοποιεί. Το συναξάρι της κάθε μέρας (μπολιασμένο με αυτά τα άλλα κείμενα) αποδομείται σε λέξεις, η κάθε λέξη σε γράμματα, κάθε γράμμα σε αριθμό, που ο καθένας αντιστοιχεί σε ένα χρώμα. 1=μπλε, 2=κίτρινο, 5=πορτοκαλί κλπ. Τα θρησκευτικά θέματα, αναγκαστικά, πληθαίνουν και τα χρώματα γίνονται πιο υποβλητικά, σκουραίνουν. Βυζαντινός και ευρωπαίος, πολύπλοκος και αθώος, ορθόδοξος και μοντέρνος, ο Πεντζίκης, κέντησε με αναρίθμητες πινελιές, με απέραντη αγάπη και υπομονή, ένα μυστικό τοπίο όπου αναδύονται οι σχέσεις του ανθρώπου με το απόλυτο – όπου όμως ο ερμητισμός και η συμβολική προέκταση δεν θαμπώνουν τα ακριβά υλικά της ζωής, την ανήσυχη πραγματογνωσία μιας σύγχρονης ζωγραφικής συνείδησης. Πηγή: www.lifo.gr

Υγρόληκτα και σιγμόληκτα ουσιαστικά

Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2014

Η ικεσία στην αρχαία Ελλάδα

H ικεσία ήταν θεσμός της αρχαίας ελληνικής κοινωνίας προστατευόμενος από τον Ικέσιο Δία, όπως η ξενία από τον Ξένιο Δία, και είχε καθιερωθεί γι' αυτήν, όπως και για τη φιλοξενία, μια ορισμένη εθιμοτυπία: ο ικέτης γονάτιζε μπροστά στον ικετευόμενο, με το ένα χέρι αγκάλιαζε τα γόνατά του, ενώ με το άλλο άγγιζε το πιγούνι ή το γένι του. Aν υπήρχε δυνατότητα, κατέφευγε στον βωμό, που υπήρχε στις αυλές των σπιτιών, ή στην εστία, που υπήρχε στο εσωτερικό του σπιτιού. Eξασφάλιζε έτσι άσυλο ο ικέτης, ως πρόσωπο ιερό, και γινόταν συνήθως δεκτός ως «ξένος»/φιλοξενούμενος. 



Παρακολουθήστε το βίντεο στο οποίο παρουσιάζονται τρεις διαφορετικές σκηνές ομηρικής ικεσίας στην Ιλιάδα και εντοπίστε ομοιότητες. 
Η μουσική του βίντεο: https://www.youtube.com/watch?v=69Wt3brzrzI

Δ.Αξιώτης, Η Άννα του Κλήδονα

 Απόσπασμα από συνέντευξη του Δ.Αξιώτη (2011)

Μας έχετε ξεναγήσει με πολλούς τρόπους στον τόπο όπου γεννηθήκατε και ζείτε, την Καβάλα. Τόσο με δικά σας κείμενα, όσο και με ανθολογήσεις σχετικών κειμένων. Ανεξάντλητος τόπος έμπνευσης, μήτρα της ζωής σας ή απλώς προσωπική πατρίδα;
 
Η Καβάλα είναι ο τόπος που γεννήθηκα, που τον κατοικώ και με κατοικεί. Η ιστορία και τα αλλεπάλληλα πολύχρωμα στρώματα των επιχωματώσεων που έχουν επικαθίσει επάνω στο σώμα της. Ο άλλος τρόπος φωτισμού που την φωτίζω, σε διαφορετικές στιγμές της ζωής μου, ώστε να την καταστήσω αλλιώτικη, κι ανάλογα με τις διαθέσεις μου αγαπητή, μισητή, μα πάντα φανταστική. Αυτός, ο ιδιαίτερος για μένα χώρος, είναι όλα αυτά μαζί και το κάθε ένα χωριστά που με βοηθά να συνομιλήσω μαζί του για γέννηση, έρωτα και θάνατο.
Έτσι, αδυνατώντας να πράξω διαφορετικά, καρφώνω τα κείμενά μου στον τόπο και στο χρόνο – για να παραφράσω τη δήλωση του συμπολίτη μου, Γιώργου Χειμωνά: Έχω την ψυχολογία της καρφωμένης σημαίας, και τα καρφιά με εμποδίζουν να κυματίσω. Ναι, αυτά τα συγκεκριμένα στοιχεία [η πόλη της Καβάλας, ορισμένες μορφές οικείες, γνώριμες] είναι ακριβώς τα καρφιά που καρφώνουν το κείμενό μου πάνω στη γη. Αλλιώς είναι χαμένο.


Πηγή:  http://pandoxeio.com/2011/01/26/aithrio36aksiotis/

Απόσπασμα από συνέντευξη του Δ.Αξιώτη(2012)
 
Σας δόθηκε κάποτε η ευκαιρία να ζήσετε μακριά από την Καβάλα;
Ναι. Κατά το ημιτελές πέρασμά μου από τις Οικονομικές Πολιτικές Επιστήμες του Αριστοτελείου
Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής μου θητείας. Πρόσφατα το
κάλεσμα του ενός εκ των δύο γιων μου, να τον ακολουθήσουμε στο Λονδίνο, όπου ζει με την
 οικογένειά του. Αλλά, όπως προανέφερα, τότε ήμουν ακλόνητα ερωτευμένος μαζί της, τώρα είμαι
 κλονισμένος με όλες τις καταστάσεις που μας περιβάλουν.
Πού σκέψη για φυγή, που αντοχές;

Όταν γράφετε την έχετε μέσα στο μυαλό σας; Σας ελέγχει; Σας κρίνει;
Αναλόγως του θέματος που χειρίζομαι τη δεδομένη περίοδο, με θρέφει και τη θρέφω ή την αποβάλω
 από τη σκέψη μου, προδίδοντάς την με άλλους γεωγραφικούς χώρους. Περισσότερο δελεαστικούς
και ελκυστικούς που υπόσχονται άλλου είδους τροφοδοσία. Παράδειγμα την Κωνσταντινούπολη,
 την Αλεξάνδρεια, την Αθήνα.
 Όταν η ιστορία μου διαδραματίζεται εδώ, ελευθερώνω τους ήρωές μου, να αντλήσουν από το
πλούσιο υπέδαφός της,την ίδια στιγμή που εκείνη αρδεύει τη φαντασία μου. Σ’ αυτή την περίπτωση,
 τα φαντάσματά μας είναι κοινά. Ωστόσο, ούτε με ελέγχει, ούτε με κρίνει. Θα ήταν βασανιστικό
 αν της το επέτρεπα.

 Όταν μάθατε πως κείμενό σας διδάσκεται σε μαθητές της Β ΄ τάξης
του
Γυμνασίου ποιες σκέψεις πέρασαν από το μυαλό σας;

 Καμάρωσα. Είναι τιμή το να διδάσκεται κείμενο κάποιου σε μαθητές του
γυμνασίου. Να αναλύεται, να αντλούνται λεπτομέρειές του ή συμπεράσματα που
 ακόμη κι ο ίδιος ο συγγραφέας δεν συνειδητοποίησε όταν το έγραφε. Πράγμα
που συμβαίνει συχνά όταν ένα κείμενο αντιμετωπίζεται από τρίτους. Γι αυτό ανταποκρίνομαι με
προθυμία στις προσκλήσεις τού να παραβρεθώ σε σχολεία απανταχού της χώρας.
Είναι μέγιστη εμπειρία η συζήτηση με παιδιά. Η ευκαιρία να τους μεταδώσω τις
όποιες γνώσεις μου, να αντλήσουν από μένα κι εγώ απ’ αυτούς.
Περισσότερο συμβαίνει το δεύτερο.


Πηγή:  http://www.bookbar.gr/diamantis-axiotis-edo-apaiteitai-paideia-kai-gnosi/classic-drinks


Η Άννα του Κλήδονα (απόσπασμα)

Τα σπίτια μας ήταν αντικριστά.
    Ένας δρόμος τα χώριζε, τι δρόμος δηλαδή, δυο μέτρα πράμα ήταν εκείνος ο κάθετος κατήφορος που έβγαζε ίσια στη θάλασσα.
    Εγώ, αγόρι κοντοπαντέλονο, κουρεμένο με την ψιλή, να προεξέχουν τα αυτιά και να προκαλούν τους μεγάλους για καθημερινό κούρντισμα ή ξερίζωμα.
    Η Άννα, θηλυκό, μεγαλοκοπέλα ανέκαθεν, ψηλή με ξερακιανά πόδια και γουρλωμένα, άγρια μάτια από ξεθωριασμένο γαλάζιο και χρυσή καρδιά. Όχι που να το παινευτεί η Αγαθή, η μάνα της, αλλά σαν την Άννα της δεν υπήρχε δεύτερη και τρίτη και τέταρτη, εις ην περίπτωσιν τη βάζανε στη σούμα... Χρυσοχέρα, καθαρή, τίμια και άβγαλτη, με το κατιτί της, όπως και να το κάνουμε χρυσή καρδιά, τέλος πάντων κι όλα τα άλλα τι να τα κάνεις, καλέ. Αχ... τύχη, καλή τύχη μονάχα να έχει το χρυσό της. Τι της λείπει δηλαδή, μαρ' Κατίνα; Όχι, ας το πει όποιος κοτάει τι; Εδώ βολεύτηκαν καν και καν, ας μην ονομάσω τώρα, θου, Κύριε, σταυροκοπιόταν, συγχύζονταν και τραβούσε, με νόημα, την ξεχειλωμένη μπλούζα της, ξέρεις εσύ.
    Ήξερε η Κατίνα πως έτσι ήταν, περίπου, και δε μιλούσε...
    Ένα ένα τα κορίτσια του δρόμου μας και όχι βέβαια πως ήταν όλα «καν και καν» βολεύονταν, καλο-παντρεύονταν και χάνονταν. Και μοναχά κάπου κάπου γινόταν κουβέντα γι' αυτά, όταν εμφανίζονταν σε γάμους και βαφτίσια, που τα βλέπαμε φουσκωμένα, γκαστρωμένα μόνιμα, θαρρείς.
    Αυτά είναι τυχερά πράματα, Αγαθή μου, γραμμένα κι ό,τι γράφει δεν ξεγράφει. Μπορούμε να τα βάλουμε με το Θεό τώρα; Αχ... καλότυχα να 'ναι όλα και καλοδιαλεγμένα. Δυο τις είχε η μάνα μου, μοσχαναθρεμμένες και μυξοπαινεμένες, αλλά μαθητούδι η μία και νήπιο η άλλη είχαμε καιρό. Μην το λες, μην το λες, σε τέτοια, σειρά δεν μπαίνει. Ή μικρός μικρός παντρέψου ή μικρός καλογερέψου, φαρμάκωνε η Σωτηρία της Σοφούλας της «τσαμπούκ», και χαμήλωνε τα μάτια η Αγαθή, για να μετρήσει μονάχη της, βουβά, τους Μάηδες κι Απρίληδες της Άννας της, που όχι πως την πήραν τα χρόνια δα, αλλά...
    Μωρέ την είχαν καλοπάρει και καλοσηκώσει τα χρόνια την Άννα της και ψηλή ήταν και γουρλομάτα ήταν και αχλάδα ήταν. Απ' τα χαράματα στο δρόμο η χρυσοχέρα, μέχρι το θάμπωμα, με τη σκούπα στο χέρι, να ξεριζώνει χορταρικά και χώματα που έδεναν τις πέτρες του κακοτράχαλου κατήφορου, κάνοντας τον έτσι περισσότερο εχθρικό για τα μονίμως ματωμένα μας γόνατα.
    Τα άλλα τι μας νοιάζαν εμάς; Αγόρια εμείς, σιγουρεμένα στα παντελόνια μας απ' τα γεννοφάσκια, ας κάναν καλά με τα θηλυκά τους αυτοί που τα είχαν. Οι συμφορές, βλέπεις, έρχονταν από πάνω -ή από κάτω;- και πώς να τις ελέγξεις ή να τις κρατήσεις; Κάθε κορίτσι κι ένα δυστύχημα και μύρια προβλήματα με τη γέννηση του. Καβγάδες, χωρισμοί από κοίτης και τραπέζης, βουβαμάρα απ' τον ντροπιασμένο πατέρα που δε συγχωρούσε με τίποτα το σφάλμα της λεχώνας. Καημός και ντροπή: άλλο ένα θηλυκό στο σόι και τι να το κάνουμε; Καημός και πρόβλημα μέγα: η προίκα του. Η τιμή του όχι το πόσο πάει, αλλά η άλλη που τιμή δεν είχε και χαρά σ' όποιο την είχε, τουτέστιν η κοινωνική υπόληψις, η αγνότης, η παρθενία ερχόταν αργότερα, σαν μεγάλωνε και σχηματίζονταν. Με τι μούτρα θ' αντίκριζε ο κακότυχος πατέρας, σόγια και φίλους; Άλλο ένα βρακί στο σπίτι του διακύβευε επικίνδυνα τον, περί πολλού, ανδρισμό του και το κρυφό υγρό του σπόρου του.
    Κι η προίκα; Με το που γεννιόταν θηλυκό, πρόβαλε το ερώτημα: Τι θα της δώσουμε; Και ξέραν πως τίποτα δεν είχαν να δώσουν, ούτε και πολλές ελπίδες, είχαν ν' αποχτήσουν αργότερα, όταν ερχόταν η ώρα η καλή.
    Προσφυγιά στοιβαγμένη, «βολεμένη» στους γύρω συνοικισμούς της πόλης, κάτω απ' ένα κεραμίδι ή λαμαρίνα και πισσόχαρτο, μακριά απ' τους ηλίθιους του ρομαντισμού που υμνούσαν τον μουσικό θόρυβο της βροχής πάνω στον τσίγκο. Δεν είδαν αυτοί τις λεκάνες, τα ταψιά και τα τεντζερέδια που γέμιζαν τα κρεβάτια και τα τραπέζια, για να μαζεύουν το βρόχινο νερό που ο καλός Θεός τους έστελνε ίσια στον κυνηγημένο ύπνο τους. Η μάνα μου, σε κάθε σκεύος, έβαζε πετσέτες και πεσκίρια, για να μην πιτσιλάει ολόγυρα το νερό που έτρεχε από ψηλά.
    Για ποια προίκα να μιλήσουν λοιπόν; Τι είχαν, τι κουβάλησαν απ' την Ανατολή και τι απόχτησαν εδώ για να σιγουρευτούν;
    Η τιμή, ωστόσο, που τιμή δεν είχε... ερχόταν αργότερα. «Για μια τιμή ζούμε», έλεγαν και σφούγγιζαν με τις χερούκλες τους το κούτελο οι αρσενικοί. «Για ένα όνομα στην κοινωνία», ακουγόταν συχνά, σαν αντίβαρο της ανέχειας. Και φυσικά, «καλύτερα να σου βγει το μάτι παρά τ' όνομα», ορμήνευαν ολημερίς τις κόρες τους, που απ' αυτές, κυρίως, εξαρτιόταν το πολύτιμο αυτό πανωπροίκι. Δε λείπαν, βέβαια, προς ενίσχυση όλων αυτών, τα παραδείγματα προς αποφυγήν, για την τάδε πομπεμένη που «ακούστηκε» ή τη δείνα προγκεμένη που «την πήρε στο στόμα του όλος ο μαχαλάς». Τι κυνηγητά, παρακολουθήσεις, ξυλοδαρμοί, τι κουρέματα και φονικά ακόμα, από πατεράδες, αδέρφια και ξαδέρφια, στο όνομα του καθαρού κούτελου.
    Και τα θηλυκά χαμήλωναν τα μάτια και χάναν τη λαλιά τους, ζάρωναν και βούλιαζαν και δέχονταν μοιρολατρικά το γραμμένο του φύλου τους. Πού σκέψη για αντίλογο, αντίρρηση ή διεκδίκηση και επανάσταση; Ανακαλύφθηκε αργά γι' αυτές τις έρμες η πιπίλα του «φεμινισμού» που μηρυκάζουν τώρα οι διάφοροι σύλλογοι και ενώσεις άλλων στερημένων γυναικών που ξεφυτρώνουν κάθε τρεις και δύο. Ζάρωναν και βουβαίνονταν καθώς περίμεναν πίσω από τραβηγμένες κουρτίνες και κατεβασμένες γρίλιες τι; Μήπως ξέραν κι αυτές; Έναν άγνωστον, βέβαια, που θα τις έβγαζε από δω μέσα, με στεφάνι στο κεφάλι και βέρα χρυσή, φυσικά, στο χέρι, μετά δόξης και τιμής, κι άντε να ξεμπερδεύουμε.
    Κατατρεγμένοι άνθρωποι, ποιος μπορεί να τους κατηγορήσει γι' αυτό. Η τιμή τους, ό,τι είχαν και δεν είχαν, μαζί με την πασίγνωστη εργατικότητα, το μεράκι και κιμπαρλίκι τους. Ξεριζωμένοι είκοσι πέντε χιλιάδες, περίπου, πρόσφυγες απ' τα μέρη της Μικράς Ασίας, ήρθαν εδώ με το βρακί που φορούσαν για ν' αντιμετωπίσουν κατάμουτρα προβλήματα κατοικίας, εργασίας, υγείας και προσαρμογής. Έσκυψαν αγόγγυστα στη νέα γη οι περισσότεροι, που άγονη, ξερή και πετρωμένη, τους έδινε μόνο καπνόφυλλα και σίκαλη. Ακόμα έχουμε, θαρρώ, απ' τον παππού μου τον Ντελή ένα κομμάτι στον κλήρο της Παλιάς Καβάλας, που ούτε σίκαλη δεν είναι άξιο να φυτρώσει και κατάντησε βοσκότοπος για γίδια ή πίστα αγωνιστική μηχανόβιων καβαλαραίων. Οι υπόλοιποι απ' αυτούς μπήκαν στα καπνομάγαζα, στην τόγκα ή γίναν τεχνίτες, ραφτάδες και μαραγκοί, σαντράτσηδες και σαμαράδες ή μερακλήδες του πατσά και της μπουγάτσας, στις γωνιές και τα περάσματα των δρόμων. Μεροδούλι-μεροφάι και χτικιό, να φτύνουν αίμα και να γαμοσταυρώνουν κυβερνήσεις και αγίους, να κατεβάζουν καντήλια και να αναποδογυρίζουν πεθαμένους.
    Εμείς, ευτυχώς, είχαμε το σπίτι μας και δυο θηλυκά, βέβαια. Προικώο της μάνας μου εκείνος ο δίπατος τσατμάς, με τα τούρκικα κεραμίδια και τα ανάγλυφα ξόμπλια. Και έτσι βρεθήκαμε στα σύνορα Αγίας Βαρβάρας και Πεντακοσίων, στην κορυφή του απότομου κατήφορου της Λεωνίδου που έβγαζε ίσια στη μεγάλη θάλασσα. Ίδιος κι απαράλλαχτος, δηλαδή, με τους άλλους δρόμους της πόλης μας. Απότομοι κατήφοροι που χάνονταν στους δυο μεγάλους κόλπους του νερού. Και τα σπίτια, καβάλα το ένα πάνω στο άλλο, «αμφιθεατρικά» και «γραφικά» τοποθετημένα, δώσαν υποστηρίζουν μερικοί, αφελέστατοι^ το όνομα στην πόλη: Καβάλα. Τρίχες.
    Έτσι βρεθήκαμε, λοιπόν, αντικριστά με την Άννα μας.
    Γκαρσόνι ο πατέρας της, έσερνε το δεξί του πόδι για να θρέψει τρία γυναικεία στόματα υπήρχε κι άλλη αδερφή, ελεύθερη κι αυτή μεγαλοκοπέλα, ανέκαθεν. Αυτό το «ανέκαθεν» είχε όγκο και σχήμα συγκεκριμένο, χρώμα και μυρουδιά αναγνωρίσιμη και προχωρημένη αφυδάτωση. Είναι μερικά θηλυκά που, άσ' τα να πάνε και να μη γυρίσουν, γεννιούνται, θαρρείς, για να μείνουν στο ράφι, ες αεί. Ανήλικα ακόμα και περισσότερο αργότερα, βέβαια, κουβαλάνε τη σφραγίδα του τίτλου επάνω τους, που βροντοφωνάζει από μακριά κι άντε να τα πλησιάσει αρσενικός. Δεν είναι τόσο η όποια ασχήμια που έχουν, γιατί είδα εγώ να παντρεύονται κάτι θηλυκά ξεπλύματα και ξερατά, που λυπόταν η ψυχή μου τους γαμπρούς δίπλα τους ομορφόπαιδα, ως επί το πλείστον, σ' αυτές τις περιπτώσεις. Απ' τα μυστήρια της ζωής κι αυτό, κι άντε να το εξηγήσεις. Εγώ, ωστόσο, θαρρώ πως κατέχω αυτό το μυστικό, αλλά τ' αφήνω για μια άλλη φορά. Ας μη λέμε τέτοια τώρα και βγάζουμε άπλυτα στη φόρα και ξύνουμε πληγές αγιάτρευτες. Δεν είναι λοιπόν τόσο η ασχήμια που κουβαλάνε επάνω τους, αλλά κυρίως και κατά πρώτον, η μιζέρια που ντύνονται σ' όλες τις στιγμές και ώρες τους. Κακομοιριά και ζόφος, πικραντεριά και κλάψα, ξεφυσήματα, αναστεναγμοί και δε συμμαζεύονται. Και είχε η γειτονιά μας τέτοιες σωρό. Γεροντοκόρες, ανέκαθεν. Λες και τις μάζεψαν και τις στρίμωξαν εκεί, σ' εκείνα τα δικά μας μπαΐρια. Η κουμλού Ζηνοβία, η τρελοκαμπέρω Αρτεμισία, η ξερακιανή Μαριάνθη, η Ευγενία, η Σοφούλα η τσαμπούκ, η Άννα μας...


Πηγή:  http://axiotisd.gr/meliapos.html

Η Άννα του Κληδονα, Το απόσπασμα του βιβλίου


 Το διήγημα και ο τίτλος του

Ο τίτλος του διηγήματος αναφέρει το κεντρικό πρόσωπο του διηγήματος , την Άννα, μια προληπτική και εύπιστη κοπέλα, που περιμένει την ημέρα του γάμου της με μεγάλη αγωνία. 
Ο συγγραφέας αναφέρεται στις λαϊκές δοξασίες και τα έθιμα της εποχής και της περιοχής που σχετίζονται με την προσπάθεια να προβλεφθεί το μέλλον κάποιου κοριτσιού σε σχέση με το 
θέμα του γάμου. Ο συγγραφέας θέλει να δείξει ότι σε πολλές επαρχιακές και παραδοσιακές κοινωνίες τα έθιμα και οι προλήψεις επηρέαζαν τόσο πολύ τη ζωή των ανθρώπων ώστε να φτάσουν στο σημείο να παγιδεύουν τους ανθρώπους και να κάνουν τη ζωή τους δυσκολότερη.

ΕΝΟΤΗΤΑ 1η

(Ιούνιος μήνας………..και προκοπή): Το έθιμο του Αϊ-Γιαννιού του ριζικάρη και η συμμετοχή 
της Άννας σε αυτό.

Ο αφηγητής θυμάται με έντονα ποιητικό τρόπο τον εορτασμό του Αϊ- Γιάννη του Κλήδονα , 
στις 24 Ιουνίου, στην Καβάλα.(τόπος και χρόνος του διηγήματος) Τότε υπήρχε το έθιμο οι κάτοικοι της Καβάλας να ανάβουν φωτιές στους δρόμους και ο κόσμος να διασκεδάζει μέσα σε κλίμα ζωντάνιας και χαράς.

Με ποιητικό και μεταφορικό λόγο (1η παράγραφος) ο συγγραφέας μας μεταφέρει τα συναισθήματα των κοριτσιών που συμμετείχαν σε αυτό το έθιμο.

Η παράθεση δυο αυτούσιων τετράστιχων , από αυτά που τραγουδούσαν τότε στη γιορτή του Κλήδονα δίνει λαογραφικό χαρακτήρα στο διήγημα  και έτσι παίρνουμε κάποιες λαογραφικές πληροφορίες για την κοινωνία της μεταπολεμικής Καβάλας.

Η πρωταγωνίστρια του διηγήματος είναι η Άννα, μια εύπιστη κοπέλα της Ελληνικής επαρχίας 
που τηρούσε με μεγάλη ευλάβεια όλα τα έθιμα που σχετίζονταν με το γάμο, καθώς πίστευε στη δύναμη και την αλήθεια όλων αυτών των παραδόσεων, κάτι που φανερώνει και την μεγάλη επιθυμία της να παντρευτεί.

Το β πρόσωπο  ( λες, άσε)που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας φανερώνει και τον εξομολογητικό 
τόνο της αφήγησης.

Έθιμα που αφορούν το γάμο και το μελλοντικό γαμπρό

1.    Τα κορίτσια που ήθελαν να παντρευτούν έπρεπε να πάρουν το αμίλητο νερό από τις βρύσες των σπιτιών όπου ζούσαν παντρεμένες γυναίκες και να ρίξουν μέσα σκουλαρίκια, χάντρες…….

2.   Τα κορίτσια έριχναν το ασπράδι του αυγού στο νερό και παρακολουθούσαν το σχήμα του, 
το οποίο φανέρωνε το μέλλον.
3.     Έπαιρναν κουφέτα από νυφιάτικα κρεβάτια και τα έβαζαν κάτω από το μαξιλάρι τους για 
να ονειρευτούν το μέλλοντα γαμπρό.
4.      Έφτιαχναν φανουρόπιτα για τους φανερώσει ο Άγιος- Φανούριος το μέλλοντα γαμπρό.
Έγραφαν τα ονόματα τους στη σόλα από το γοβάκι της νύφης. Το όνομα της κοπέλας που θα σβηνόταν έδειχνε ότι αυτή η κοπέλα θα παντρευόταν σύντομα.
ΕΝΟΤΗΤΑ 2η

(Είκοσι τρεις Ιουνίου…….με τόση γλύκα και παράπονο): Ο εορτασμός του Κλήδονα και ο ρόλος του στην τύχη της Άννας.

Η αφήγηση επικεντρώνεται στην τελευταία συμμετοχή της Άννας στη γιορτή του Κλήδονα. Ο αφηγητής μιλά σε α πληθυντικό πρόσωπο γιατί μιλά ως εκπρόσωπος της παρέας  των παιδιών 
της γειτονιάς που άναβαν και πηδούσαν πάνω από τις  φωτιές και διασκέδαζαν ως αργά το 
βράδυ. Στη συνέχεια ονειρεύονταν τρις νύφες και τους γαμπρούς που θα άλλαζαν τη ζωή τους.

Ένα ακόμη έθιμο που αναφέρεται είναι το εξής: όταν έσβηναν οι φωτιές, τα κορίτσια μάζευαν
 τη στάχτη σε ένα πιάτο το οποίο τοποθετούσαν στα κεραμίδια των σπιτιών τους. Την επόμενη μέρα προσπαθούσαν να καταλάβουν αν πάνω στη στάχτη είχε δημιουργηθεί κάποιο σχήμα που φανέρωνε κάποιο ανδρικό όνομα ή επάγγελμα. Φυσικά η Άννα συμμετείχε και σε αυτή την διαδικασία με κάθε επισημότητα και ιεροτελεστία περιμένοντας με αγωνία τον πολυπόθητο γαμπρό.

Ο συγγραφέας νοσταλγεί με γλύκα και μελαγχολία τα όμορφα και ανέμελα παιδικά χρόνια της αθωότητας. Τότε τα παιδιά έπαιζαν τραγουδούσαν χαίρονταν, ήλπιζαν και αγνοούσαν όλες τις δυσκολίες που τους περίμεναν μέχρι ο καθένας να βρει το δρόμο του.


ΕΝΟΤΗΤΑ 3η

(Πάντως…….τα παιδιά): Η φάρσα των παιδιών στην Άννα και τα τραγικά αποτελέσματα της.

Ο συγγραφέας αφηγείται  την αθώα παιδική φάρσα που σκάρωσαν τα αγόρια στην Άννα , τα οποία γνωρίζοντας τον ευκολόπιστο χαρακτήρα της έριξαν ψίχουλα στο πιάτο της Άννας ώστε 
να το θεωρήσει ως ένα σημάδι για τη μοίρα της. Τα παιδιά έκαναν αυτή τη  φάρσα με διάθεση αστεϊσμού και πειράγματος και φέρθηκαν επιπόλαια , αδυνατώντας να καταλάβουν τις 
τραγικές συνέπειες που θα είχε αυτή η φάρσα στη ζωή της Άννας. Το γεγονός ότι ο συγγραφέας αφηγείται τη φάρσα σε γ ενικό πρόσωπο δείχνει ότι παίρνει αποστάσεις από αυτή την πράξη 
των παιδιών που εκμεταλλεύτηκαν την αδυναμία και τα ελαττώματα της Άννας.

Οι συνέπειες της φάρσας είναι τραγικές: η Άννα θεώρησε ότι ο μέλλοντας άνδρας της θα ήταν κάποιος φούρναρης , άρχισε λοιπόν να στολίζεται και να γυρνάει όλους τους φούρνους 
φτάνοντας ακόμη στη Δράμα και στην Ξάνθη.( η αφήγηση παρά την τραγικότητα δεν χάνει τα χιουμοριστικά της στοιχεία).  Ο συγγραφέας αφήνει να εννοηθεί ότι η Άννα αρχίζει να χάνει τα λογικά της και τελικά οδηγείται στην τρέλα και γίνεται ο περίγελος μικρών και μεγάλων.


Η Άννα


Είναι ένα κορίτσι μεγαλωμένο σε μια παραδοσιακή κοινωνία στην οποία η  κυρίαρχη αντίληψη για τον προορισμό της γυναίκας ήταν ο γάμος, η δημιουργία οικογένειας και η απόκτηση παιδιών. Μόνο έτσι μια γυναίκα θα ήταν αποδεκτή από τον κοινωνικό της περίγυρο. Επίσης η αθωότητα της, η αφέλεια και η ευπιστία της την κάνουν να πιστεύει σε όλες τις λαϊκές δοξασίες και προλήψεις και να παρασύρεται τυφλά από αυτές. Σιγά-σιγά η ιδέα του γάμου έγινε εμμονή που την βασάνιζε και την πλήγωνε. Όλοι αυτοί οι παράγοντες δημιουργούν έναν εύθραυστο χαρακτήρα που πολύ εύκολα γίνεται θύμα μιας φάρσας που χειροτερεύει την ήδη ταραγμένη ψυχική της κατάσταση. Έτσι οδηγείται στη γελοιοποίηση και στην τρέλα.

Γλώσσα- Ύφος

Η γλώσσα είναι απλή, ζωντανή δημοτική με αρκετούς ιδιωματισμούς και είναι πολύ κοντά στην καθημερινή, προφορική γλώσσα που μιλούν οι λαϊκοί άνθρωποι εκείνης της εποχής.

Το ύφος είναι ζωντανό, άμεσο, παραστατικό, λυρικό σε ορισμένα σημεία(όταν αναπολεί τα παιδικά του χρόνια), εξομολογητικό και χιουμοριστικό σε κάποια άλλα σημεία.

Αφηγητής

Ο αφηγητής που είναι ένα από τα παιδιά της παρέας συμμετέχει στα γεγονότα και είναι ομοδιηγητικός. Ως ενήλικας όμως κρατάει μια απόσταση από τα γεγονότα, τα κρίνει και τα σχολιάζει. Υπάρχουν δύο αφηγηματικές οπτικές: του παιδιού και του ενήλικα αφηγητή.

 Χαρακτηριστικά διηγήματος
  1. Το διήγημα είναι σύντομο, έχει περιορισμένη έκταση.
  2. Το διήγημα είναι λιτό και πυκνό τόσο στη γλώσσα όσο και στο περιεχόμενο
  3. Η ιστορία που αφηγείται ένα διήγημα επικεντρώνεται συνήθως γύρω από ένα βασικό γεγονός, με ένα κεντρικό ήρωα.
  4. Έχει μία πλοκή, μικρό αριθμό χαρακτήρων, εκτυλίσσεται σ' ένα χώρο, καλύπτει σύντομη χρονική περίοδο.
  5. Έχει επίσης  κλιμάκωση ή σημείο καμπής αλλά συχνά τελειώνει απότομα και αφήνει το τέλος ανοιχτό και συνήθως δεν έχει φανερό τουλάχιστον ηθικό δίδαγμα.
Πηγή:  http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=123538

Το έθιμο του Κλήδονα


Το έθιμο του Κλήδονα

Την παραμονή του Αϊ-Γιαννιού, οι ανύπανδρες κοπέλες μαζεύονται σε ένα από τα σπίτια του χωριού, όπου αναθέτουν σε κάποιο μέλος της συντροφιάς, συνήθως σε μια 'Μαρία' (στη Θράκη ο ρόλος αυτός δίνεται στην ονομαζόμενη 'Καλλινίτσα'), της οποίας και οι δύο γονείς είναι εν ζωή, να φέρει από το πηγάδι ή την πηγή το 'αμίλητο νερό'. Η ονομασία αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι η εν λόγω κοπέλα και η συνοδεία της πρέπει να ολοκληρώσουν την αποστολή αυτή, τηρώντας απόλυτη σιωπή. Στα νησιά, το αμίλητο νερό είναι συχνά θαλάσσιο, οπότε και πρέπει να συλλεχθεί από σαράντα κύματα.
Επιστρέφοντας στο σπίτι όπου τελείται ο κλήδονας, το νερό αδειάζεται σε πήλινο -ως επί το πλείστον- δοχείο, στο οποίο η κάθε κοπέλα ρίχνει ένα αντικείμενο, το λεγόμενο ριζικάρι. Συνήθως, πρόκειται για κάποιο προσωπικό αντικείμενο, συχνά μάλιστα πολύτιμο. Στη συνέχεια, το δοχείο σκεπάζεται με κόκκινο ύφασμα, το οποίο δένεται γερά με ένα κορδόνι ('κλειδώνεται', παρετυμολογία του κλήδονα που εξηγεί το γεγονός ότι σε μερικά μέρη της Ελλάδας τοποθετείται λουκέτο στο κορδόνι) και τοποθετείται σε ταράτσα ή άλλο ανοιχτό χώρο. Εκεί παραμένει όλη τη νύχτα υπό το φως των άστρων, για να 'ξαστριστεί'. Οι κοπέλες επιστρέφουν ύστερα στα σπίτια τους. Λέγεται ότι τη νύχτα αυτή θα δουν στα όνειρά τους το μελλοντικό τους σύζυγο.
Ανήμερα του Αϊ-Γιαννού, αλλά πριν βγει ο ήλιος -ώστε να μην εξουδετερωθεί η μαγική επιρροή των άστρων-, η υδροφόρος νεαρή της προηγουμένης φέρνει μέσα στο σπίτι το αγγείο. Το μεσημέρι, ή το απόγευμα, συναθροίζονται πάλι οι ανύπανδρες κοπέλες. Αυτήν τη φορά όμως στην ομήγυρη μπορούν να συμμετέχουν και παντρεμένες γυναίκες, συγγενείς και γείτονες και των δύο φύλων, καλεσμένοι για να παίξουν το ρόλο μαρτύρων της μαντικής διαδικασίας.
Καθισμένη στο κέντρο της συντροφιάς, η 'Μαρία' ανασύρει ένα ένα από το αγγείο τα αντικείμενα, που αντιστοιχούν στο 'ριζικό' κάθε κοπέλας, απαγγέλοντας ταυτόχρονα δίστιχα, είτε όπως τα θυμάται, είτε από συλλογή τραγουδιών ή ακόμη από ημεροδείκτες. Το δίστιχο που αντιστοιχεί στο αντικείμενο της κάθε κοπέλας θεωρείται ότι προμηνύει το μέλλον της και σχολιάζεται από τους υπόλοιπους, που προτείνουν τη δική τους ερμηνεία σε σχέση με την ενδιαφερόμενη.
Προς το σούρουπο, όταν τελειώσει η μαντική διαδικασία, η κάθε κοπέλα γεμίζει το στόμα της με μια γουλιά αμίλητο νερό και στέκεται μπροστά σε ανοιχτό παράθυρο, έως ότου ακούσει το πρώτο ανδρικό όνομα. Αυτό πιστεύεται ότι θα είναι και το όνομα του άνδρα που θα παντρευτεί. Σε μερικές περιοχές, όπως στις Σέρρες, το κρίσιμο άκουσμα του ονόματος θα γίνει κατά τη διαδρομή της επιστροφής στο πατρικό της.
Εξάλλου, στη Βοιωτία συνηθιζόταν ανήμερα του Αϊ-Γιαννιού τα κορίτσια να κοιτάζουν βιαστικά κατάματα το φως του ήλιου και μέσα στη θαμπάδα των ματιών τους διέκριναν τη μορφή του μελλοντικού γαμπρού, όπως αναφέρει ο λαογράφος Δημήτρης Σ.Λουκάτος.