Το να ξεστομίζεις μια λέξη είναι σαν να χτυπάς μια νότα στο πληκτρολόγιο της φαντασίας.
Για όσα δεν μπορείς να μιλήσεις πρέπει να σωπαίνεις.

Ludwig Wittgenstein


Κυριακή, 29 Μαρτίου 2015

Ερωτήσεις και δραστηριότητες φιλαναγνωσίας και δημιουργικής γραφής

Ερωτήσεις-Δραστηριότητες



  1. Ποιο είναι το βασικό θέμα του κειμένου;
  2. Πώς συσχετίζεται ο τίτλος με το περιεχόμενο του βιβλίου;
  3. Σε ποιο χώρο και χρόνο διαδραματίζονται τα γεγονότα του βιβλίου; Πού οφείλεται η επιλογή του συγκεκριμένου χώρου; 
  4. Ξαναγράψτε τα γεγονότα του βιβλίου, τοποθετώντας τη δράση σε άλλη εποχή και σε άλλο τόπο.
  5. Ποια είναι τα μέρη του μυθιστορήματος και σε ποια σημεία έχουμε συγκρούσεις και κορυφώσεις;
  6. Ποιοι είναι οι κύριοι χαρακτήρες του βιβλίου; Προσπαθήστε να τους σκιαγραφήσετε.
  7. Με ποιον ήρωα του κειμένου θα θέλατε να συναντηθείτε και τι θα ρωτούσατε;  
  8. Ποιον ήρωα συμαπθήσατε και ποιον όχι;
  9. Ποιος αφηγείται τα γεγονότα και σε ποιο πρόσωπο; Συμμετέχει στα γεγονότα; Προσπαθήστε ν’αφηγηθείτε ένα απόσπασμα του μυθιστορήματος από την πλευρά ενός άλλου χαρακτήρα του κειμένου.
  10. Πώς προχωρεί ο χρόνος του κειμένου; Ευθύγραμμα ή με αναχρονίες;
  11. Πώς θα περιγράφατε τη γλώσσα και την επιλογή του λεξιλογίου;
  12. Ποιες εικόνες σας εντυπωσίασαν και ποιοι άλλοι εκφραστικοί τρόποι προσδίδουν αμεσότητα στη γραφή;
  13. Ποια μηνύματα ή αξίες για τη ζωή σας, σας προσέφερε το βιβλίο;
  14. Διαβάσατε κάποια κριτική; Αν ναι, συμφωνείτε μ’ αυτήν; Αν γράφατε εσείς μία, με ποια επιχειρήματα θα ενθαρρύνατε τους φίλους σας στην ανάγνωση του;
  15. Γράψτε μία δική σας κριτική για το κείμενο, στηριζόμενοι σε στοιχεία και αποσπάσματα του κειμένου.
  16. Ποιο τμήμα του κειμένου θα θέλατε να ξαναδιαβάσετε;
  17. Στείλτε μία επιστολή προς ένα χαρακτήρα του κειμένου.
  18. Δώστε ένα διαφορετικό τέλος στην υπόθεση του βιβλίου.
  19. Δημιουργήστε το δικό σας εξώφυλλο για το βιβλίο.
  20. Φτιάξτε ένα κολάζ εμπνευσμένο από το βιβλίο.
  21. Ζωγραφίστε  κάτι ή γράψτε ένα ποίημα  εμπνευσμένοι από το βιβλίο.
  22.  Σκεφτείτε ένα παραμύθι, τραγούδι ή ταινία στα οποία να σας παραπέμπει το βιβλίο που διαβάσατε.
  23. Συμφωνείτε με τη στάση κάποιων ηρώων , ποια στάση θα επιλέγατε εσεις και γιατί; 
  24. Αναζητήστε στον ημερήσιο τύπο κείμενα με θεματικές αναλογίες με το βιβλίο που διαβάσατε και εντοπίστε διαφορές.
  25. Γράψτε μία διαφορετική  ιστορία που να έχει το τέλος του βιβλίου που διαβάσατε.

Συνέδριο ΠΕΣΣ

  Ενότητα: Εκπαιδευτικές πολιτικές και πολυγραμματισμοί


Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2015

Ακριτικά τραγούδια



ΑΚΡΙΤΙΚΟ, Ο ΔΙΓΕΝΗΣ

Ακριτικά τραγούδια
Είναι δημοτικά τραγούδια που αναφέρονται στο δημόσιο βίο. Είναι τραγούδια με ηρωικό πνεύμα και χαρακτήρα. Τα τραγούδια αυτά υμνούν τους αγώνες των Ελλήνων ακριτών, δηλαδή των στρατιωτών του Βυζαντίου, οι οποίοι φυλούσαν τα σύνορα του κράτους από τις αραβικές επιδρομές. Οι αγώνες τους ήταν πολύ μεγάλοι και για αυτό ενέπνευσαν τους λαϊκούς συνθέτες της εποχής που ύμνησαν ατ κατορθώματα τους. Συνήθως έχουν ως ήρωα τους το Βασίλειο Διγενή Ακρίτα, που είναι το σύμβολο όλων των ηρωικών ακριτών.

Τα ακριτικά τραγούδια εμφανίζουν όλα τα βασικά γνωρίσματα των δημοτικών τραγουδιών: στίχος ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος που χωρίζεται σε δύο ημιστίχια, γλώσσα λαϊκή, ζωντανή και παραστατική στην οποία κυριαρχεί το ρήμα, υπερφυσικό στοιχείο, προσωποποίηση των στοιχείων της φύσης, εκφραστική λιτότητα, επαναλήψεις, άστοχα ερωτήματα.
Το συγκεκριμένο ακριτικό τραγούδι έχει ως θέμα το θάνατο του Διγενή.

Ενότητα 1η: Η στιγμή του θανάτου του Διγενή και οι αντιδράσεις της φύσης
(Ο διγενής……..σκεπάσει)
Έξι ρήματα σε χρόνο Ενεστώτα δίνουν το γεγονός του θανάτου του Διγενή και κάνουν τον ακροατή να ζήσει άμεσα την τρομακτική αυτή εικόνα. Στο θάνατο του Διγενή αντιδρά η φύση και τα άψυχα στοιχεία. Η γη ταράζεται (προσωποποίηση και υπερβολή) και τρομάζει βλέποντας το Διγενή να πεθαίνει και αυτό γιατί ένας μεγάλος ήρωας που πάλεψε με σημαντικούς εχθρούς και έμοιαζε ανίκητος, αυτή τη στιγμή χαροπαλεύει. Και η ταφόπλακα (προσωποποίηση και υπερβολή) που προορίζεται να τον σκεπάσει, ανατριχιάζει. Η ατμόσφαιρα είναι υποβλητική και οι αναγνώστες συμμετέχουν συναισθηματικά στον επικείμενο θάνατο του Διγενή.

Ενότητα 2η: Η τελευταία επιθυμία του Διγενή
(Κι……….αμάλαγο χρυσάφι)
Ο Διγενής εύχεται να είχε σκαλοπάτια η γη, για να μπορούσε να ανέβαινε μέχρι τον ουρανό και να πιανόταν εκεί από γάντζους. Φτάνοντας στον ουρανό θα ήθελε να τον ταρακουνήσει για να βγουν μαύρα σύννεφα από τα οποία θα έπεφταν χιόνια, νερά και χρυσάφι. (επαναλήψεις και υπερβολή, οπτική και ακουστική εικόνα). Ο ήρωας θέλει να πάρει στα χέρια του τον έλεγχο των φυσικών στοιχείων, να δείξει ότι είναι ένας ήρωας υπεράνθρωπος που προκαλεί υπερφυσικά φαινόμενα και μπορεί να επιβάλει τη δική τάξη στον κόσμο που είναι η κατάλυση του θανάτου και η εξασφάλιση της αθανασίας.

Στιχουργική
Ο  στίχος είναι ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος και υπάρχουν κάποιες διάσπαρτες ομοιοκαταληξίες.

Γλώσσα
Λαϊκή, απλή, σύντομη, κοντά στον προφορικό λόγο με αρκετούς ιδιωματισμούς (ανατριχιά, εκειά ,κερκέλια, πάτιουν, δώκω) Κυριαρχούν οι ρηματικοί τύποι.

Ύφος
 Απλό, φυσικό, ζωντανό, παραστατικό (χάρη στη χρήση του Ενεστώτα), γρήγορο, ζωηρό.


Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2015

Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι του Μεσολογγίου



Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει·
Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι’ η μάνα το ζηλεύει.
Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει·
Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει:
«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τί σ’ έχω γω στο χέρι;
Οπού συ μούγινες βαρύ κι’ ο Αγαρηνός το ξέρει.




 Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε,
Κι’ όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.

Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,
Και μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,
Κι’ ολόλευκο εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.
Και μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,
Έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,
Που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο·
Το σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκιά κι’ εκείνο.
Μάγεμα η φύσις κι’ όνειρο στην ομορφιά και χάρη,
Η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι·
Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει·
Όποιος πεθάνη σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.

Τρέμ’ η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της.




«Σάλπιγγα, κόψ’ του τραγουδιού τα μάγια με βία,
Γυναικός, γέροντος, παιδιού, μη κόψουν την αντρεία.»

Χαμένη, αλίμονον! κι’ οκνή τη σάλπιγγα γρικάει·
Αλλά πώς φθάνει στον εχθρό και κάθ’ ηχώ ξυπνάει;
Γέλιο στο σκόρπιο στράτευμα σφοδρό γεννοβολιέται,
Κι’ η περιπαίχτρα σάλπιγγα μεσουρανίς πετιέται·
Και με χαρούμενη πνοή το στήθος το χορτάτο,
Τ’ αράθυμο, το δυνατό, κι’ όλο ψυχές γιομάτο,
Βαρώντας γύρου ολόγυρα, ολόγυρα και πέρα,
Τον όμορφο τρικύμισε και ξάστερον αέρα·
Τέλος μακριά σέρνει λαλιά, σαν το πεσούμεν’ άστρο,
Τρανή λαλιά, τρόμου λαλιά, ρητή κατά το κάστρο.




Στην πεισμωμένη μάχη
Σφόδρα σκιρτούν μακριά πολύ τα πέλαγα κι’ οι βράχοι,
Και τα γλυκοχαράματα, και μες στα μεσημέρια,
Κι’ όταν θολώσουν τα νερά, κι’ όταν εβγούν τ’ αστέρια.
Φοβούνται γύρου τα νησιά, παρακαλούν και κλαίνε,
Κι’ οι ξένοι ναύκληροι μακριά πικραίνονται και λένε:
«Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, σπαθί Τουρκιάς μολύβι,
Πέλαγο μέγα βράζ’ ο εχθρός προς το φτωχό καλύβι.»




 Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη,
Κι’ η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα,
Και μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους
Ανάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος.
Νερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,
Χύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,
Και παίρνουνε το μόσχο της, κι’ αφήνουν τη δροσιά τους,
Κι’ ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,
Τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.
Έξ’ αναβρύζει κι’ η ζωή, σ’ γη, σ’ ουρανό, σε κύμα.
Αλλά στης λίμνης το νερό, π’ ακίνητό ’ναι κι άσπρο,
Ακίνητ’ όπου κι’ αν ιδής, και κάτασπρ’ ώς τον πάτο,
Με μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,
Που ’χ’ ευωδίσει τς ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο.
Αλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τί ’δες·
Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Χωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,
Ουδ’ όσο κάν’ η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,
Γύρου σε κάτι ατάραχο π’ ασπρίζει μες στη λίμνη,
Μονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,
Κι’ όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του.


Πηγή:  http://el.wikisource.org/wiki/%CE%9F%CE%B9_%CE%95%CE%BB%CE%B5%CF%8D%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BF%CE%B9_%CE%A0%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CF%81%CE%BA%CE%B7%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CE%B9


...........................
Όσοι είχαν άρματα άρχισαν να τα ξαναγεμίζουν στο μισοσκόταδο. Λίγα λεπτά κράτησε η ανάπαυλα μέχρι να ξαναμαζευτούν. Ένας Μεσολογγίτης που ήξερε καλά τα μέρη μπήκε μπροστά να οδηγεί.

«Να περάσουμε του Κότσικα τ' αμπέλι!» φώναξε.
«Πάμε, αδερφοί!» ακούστηκε μια άλλη φωνή, και ήταν το σύνθημα, καθώς άρχισε όλο το ανθρώπινο κοπάδι να βαδίζει πάλι γρήγορα μπροστά.

Οι άντρες του Μακρή και οι Σουλιώτες προπορευόντουσαν, δεν είχαν όμως αφήσει ίχνη, η νύχτα μπέρδευε το πλήθος, δεν άκουγαν πια τις πολεμικές ιαχές τους που ήταν παρηγοριά στο κρύο σκοτάδι.

Ξαφνικά άκουσαν τη γης να τρέμει ολάκερη, ήταν φανερό ότι πλησίαζε καβαλαρία απ' τη μεριά του Αντελικού, κάποιες γυναίκες πίσω τσίριξαν.
«Χαθήκαμε!» ακούστηκε από πολλές φωνές.
«Στην άκρια του δρόμου γρήγορα! Ταμπουρωθείτε!»

Το πλήθος σχίστηκε στα δυο και μοιράστηκε δεξιά κι αριστερά του χωματόδρομου. Έβλεπαν τώρα μπροστά τους δαδιά αναμμένα, το βροντοκόπημα των αλόγων δυνάμωνε. Αλογίσια κεφάλια, τουρμπάνια και γυμνά σπαθιά έδειχναν έναν δράκο του πολέμου με δεκάδες πόδια και χέρια που πλησίαζε, ό,τι βρισκόταν στο πέρασμα του θα ροβόλαγε στον Άδη.

«Φωτιά!» ακούστηκε μια φωνή στο σκοτάδι.

Τα καριοφίλια, οι σισανέδες και οι πιστόλες βρόντηξαν το ένα πίσω απ' το άλλο. Τα πρώτα άλογα και οι καβαλαραίοι τους πήγαν κουρμπάνι στον κάτω κόσμο. Ξεχώριζαν δαδιά να γλιστρούν απ' τα χέρια και να πέφτουν στο χώμα, υφάσματα, στολισμένες σέλες, χάμουρα, οπλές ανασηκωμένες ψηλά σαν πόδια ενός μεγάλου σκαθαριού.

Ξαπλωμένοι, στην άκρη του δρόμου άρχισαν να γεμίζουν με γρήγορες κινήσεις, οι μισοί πρόλαβαν, οι άλλοι τσαλαπατήθηκαν γρήγορα από τα πρώτα άλογα. Οι ντελήδες πετούσαν αναμμένα δαδιά μες στα χορτάρια και τους ξετρύπωναν. Πότε έδειχναν οι φωτιές έναν κιτρινιάρη γέρο, πότε χωλούς πολεμιστές σκελετωμένους, πότε γυναίκες που έκρυβαν το πρόσωπο στη γη πριν κάποιο δαδί τις φωτίσει μπρος στα ψηλά πόδια των αλόγων. Τα μακριά γιαταγάνια των ντελήδων άρχισαν να δουλεύουν απ' τα ψηλά με δίπλα τους φανούς και τα δαδιά που διέλυαν το σκοτάδι του κάμπου. Οι πεινασμένοι κουλουριάζονταν εδώ κι εκεί αποκαμωμένοι απ' το τρεχαλητό και τον τρόμο.
Ο Γκάμπριελ άδειασε την πιστόλα στο στήθος ενός ντελή που τον πλησίασε κι έβγαλε από μέσα του μια κραυγή θηρίου, που σκέπασε όλον τον ορυμαγδό. Πέταξε την πιστόλα κι έσυρε το γιαταγάνι. Το παιδί ήταν αφημένο δίπλα τους στα χορτάρια. Βρήκε μπροστά του έναν άλλο ντελή που είχε πέσει απ' το άλογο. Ο νους του είχε θολώσει, η άγρια κραυγή είχε κάνει πέτρα όλο του το κορμί, το αίμα κυλούσε άγρια στις φλέβες του, ένιωθε πως με την πίεση θα τα έσπαγε όλα μέσα του και θα χυνόταν με δύναμη έξω σαν κόκκινο σπέρμα. Έμπηξε τα δάχτυλα στα μάτια του ιππέα και με το γιαταγάνι του 'κοψε σύρριζα το λαιμό. Έβγαλε άλλη μια κραυγή πιο άγρια απ' την πρώτη, στο χέρι τώρα κρατούσε το κομμένο κεφάλι και το έδειχνε γύρω γύρω. Απ' τους πεσμένους πυρσούς είχαν πιάσει φωτιά τα ξερόχορτα και τον φώτιζαν, σκηνή άγριας θυσίας.
«Νικήτα, πού είσαι;» κραύγασε μ' όλη του τη δύναμη κρατώντας το κομμένο κεφάλι.
Μέσα στις φωτιές που έζωσαν τον τόπο έμοιαζε με τον ίδιο το διάβολο που είχε ανέβει απ' τα καταχθόνια στον κάμπο, το αίμα κι ο ιδρώτας του μύριζαν θειάφι. Δυο τρεις απ' τους συντρόφους εδώ κι εκεί αναθάρρησαν κι όρμηξαν με τα γιαταγάνια να πελεκάνε τα γόνατα των αλόγων. Αρκετοί απ' τους ντελήδες είχαν αρχίσει να τα χάνουν, η δεισιδαιμονία τους άπλωσε πάνω στη νύχτα ένα δίχτυ τρόμου.
«Σεΐτάν!» ακούστηκε μια φωνή μέσα απ' την καβαλαρία.
Πέταξε το κεφάλι μακριά και κοίταξε γύρω του. Το παιδί ήταν πεσμένο στα χόρτα, η φωτιά σιγά σιγά το πλησίαζε. Έκανε δυο βήματα κι έπιασε το φαρί του σφαγμένου ντελή απ' τα χάμουρα. Το ζώο είχε ανοίξει διάπλατα τα πελώρια μαύρα μάτια του, αυτός ο παλιός γητευτής των αλόγων του Κόνκορντ έπρεπε να δείξει τώρα το χάρισμα του.
«Θεέ μου, βοήθα με!» είπε κι ακούμπησε τα χείλη του στο κεφάλι του αλόγου.
Δάκρυα κυλούσαν απ' τα μάτια του, τα χέρια του τα μουσκεμένα στο αίμα χάιδευαν τώρα τρυφερά το αλογίσιο κεφάλι. «Βοήθα μας, Θεέ μου!» τα δάκρυα του κυλούσαν βρόχινα στο πιγούνι και στο λαιμό, για να ξεπλύνουν τις κούπες από το αίμα της σφαγής.
Όλα έπειτα έγιναν τρομερά γρήγορα. Το πόδι του βρήκε τον αναβατήρα και καβάλησε, το φαρί δεν αντιστάθηκε, η μυρωδιά του αίματος και τα λόγια του γητευτή το είχαν καταβάλει. Την είδε που ανασηκώθηκε λίγα μέτρα παραπέρα από το χώμα όπου ήταν πεσμένη. Της έδειξε πιο πέρα, εκεί που ήταν ξαπλωμένο το παιδί. Γρήγορα εκείνη έτρεξε, το σήκωσε και του το 'δωσε. Της άπλωσε το χέρι και την τράβηξε στα καπούλια.
«Κρατήσου!» φώναξε και σπιρούνισε.
Βγήκαν στο δρόμο κι άρχισαν να τροχοβολάνε προς τα σκοτεινά. Σε λίγη ώρα περνούσαν μέσα από αμπέλια, το άλογο βαριοπατούσε και κάθε τόσο σκόνταφτε σε σκληρούς σβώλους από χώμα. Ο Γκάμπριελ αφίππευσε και βάδιζε μπροστά σέρνοντάς τους απ' το χαλινάρι. Κάποια στιγμή κοίταξαν πέρα στο βάθος την πολιτεία που ήταν μες στις φλόγες. Το Μεσολόγγι καιγόταν, η φεγγοβολή του ήταν πιο τρανή κι απ' τη σελήνη ακόμα και φώτιζε όλη τη λιμνοθάλασσα. Η Ουράνια Ιερουσαλήμ των Ρωμιών δεν υπήρχε πια, κάηκε σαν μια ξύλινη φάτνη ξημερώνοντας Μεγάλη Βδομάδα. Ελπίδα στο γένος τους δε φαίνονταν πια πουθενά.
 
Ισίδωρος Ζουργός, Η αηδονόπιτα, εκδόσεις Πατάκη, κεφ. 40, σελ. 475-491

Το απόσπασμα προέρχεται από το ιστολόγιο της πολύ καλής φίλης Γεωργίας Δημητροπούλου: http://taenoikwkaiendimw.blogspot.gr/2014/03/blog-post_7075.html 


 Η έξοδο, Γιάννης Βλαχογιάννης

Το Μεσολόγγι τώρα τοιμάζεται να βγει, με το σπαθί. Τοιμάζεται κι η χήρα Μάνθα, η Μεσολογγίτισσα, να βγει κι αυτή. O Τούρκος ανικήθηκε χίλιες φορές, της πείνας το θεριό είν’ ανίκητο. Έτσι ο λαός, μαζί με τη Φρουρά, πήρανε την απόφαση. Κι απόψε…
Νύχτα, σκοτάδι. Η χήρα στα τυφλά ψηλαφώντας ηύρε το δέμα με τα ρούχα τ’ άχαρα του μακαρίτη ανδρός της. Η μπόμπα η τούρκικη τον έκοψε στα δυο, μόλις άρχιζε η πολιορκία. Κι αυτό μονάχα; Το βόλι, το σπαθί, της αρρώστιας η οργή, της πείνας η κατάρα θέρισαν κάθε δικό της, γύρω της.
img5_4 

Έρημη η χήρα, έρημη με την Ανθή την κόρη της, εφτά χρονώ μικρούλα κι άρρωστη, στα βάσανα μπασμένη, από την πείνα αγνώριστη, φάντασμα ζωντανό, κι ήμερο κι ιλαρό σαν άλλου κόσμου πλάσμα.


Η χήρα ντυμένη βρίσκεται με τη στολή, τη λεβέντικη και τη ματόβαφη τ’ αντρός της. Τη φύλαγε σαν άγιο λείψανο, τόσον καιρό. Και τώρα πόσα γέλια θ’ άκουγε, μέρα έτσι να την έβλεπε κανείς. Τόσο είν’ άχαρη και τόσο κωμική. Κι έχει στη μέση της ζωσμένο το σπαθί. Και πρέπει να ’ναι τόσο τρομερή κι η όψη κι η ματιά της, που θα ’διωχνε ακόμα και του χωρατού τον ίσκιο από μπροστά της. Κι είναι τόσες άλλες, χήρες είτε ανύπαντρες, νιες και γριές, αντροντυμένες, έτοιμες να βγουν απόψε…
Την κόρη της σηκώνει από το στρώμα. Το χάδι της καρδιάς τραχύ της βγαίνει απ’ το λαιμό. Μοιάζει σαν προσταγή και σα φοβέρισμα. Τη σέρνει από το χέρι, της κρυφομιλεί, μα στην αγκαλιά να τη σηκώσει δεν μπορεί. Τέτοια δύναμη κι η μάνα δεν την έχει.
Τραβούν αργά το δρόμο κατά τα προχώματα, μαζί με τ’ άλλο ρέμα του κόσμου που τραβά. Ζυγώνει η ώρα. Κανένας δε φωνάζει, κι όμως μια σύσμιχτη βοή ακολουθεί τον ίδιο δρόμο. Η χήρα σκύβει για στερνή φορά, κι άγρια και βραχνερά την άμοιρη μικρούλα θέλει να ορμηνέψει.
— Ανθή μου, Ανθή, Ανθίτσα μου, εδώ που θα κινήσουμε, σφιχτά να μου κρατείς τη φουστανέλα. Τίποτ’ άλλο να μη βλέπεις και να μην ακούς: Τη φουστανέλα να μη χάσεις απ’ τα χέρια σου! Ανθή μου, Ανθίτσα μου… Εδώ που πάμε, για να σε γλιτώσω πρέπει να χτυπώ με το σπαθί, μ’ ό,τι μπορώ. Δε θα ’χω όλο το νου μου απάνου σου. Βαστάξου εσύ με τα χεράκια σου, με την καρδιά σου! Πιάσου…
Και κινήσανε. Μες στη θεοποντή, που ανοίγαν και περνούσανε, χωρίς να γύρει πίσω, κάποτε ρωτούσε η χήρα:
— Πού είσαι, Ανθή;
— Εδώ είμαι, μάνα.
Μα κάποτε, κι εκεί που πλάκωσε το κύμα το τρανό, και σάρωσε και σαρώθηκε, η χήρα ξέχασε την Ανθή, για μόνη μια στιγμή· ξέχασε και να τη ρωτήσει. Κι άμα βρέθηκε σε μια βρουλιά κρυμμένη και πήρε αναπνοή, τότε είδε πως έλειπε η Ανθή της.
Δεν άργησε ύστερα στη ράχη απάνου να βρεθεί. Τότε γύρισε στον εαυτό της. Τότε ξύπνησε της θυγατέρας ο καημός μες στην καρδιά της.
— Ανθή!, φώναξε και πάλι φώναξε.
— Ανθή! Ανθίτσα!
Του κάκου! Η Ανθίτσα πάει πια! Πάει και το Μεσολόγγι.

Γ. Βλαχογιάννης, Μεγάλα χρόνια, Βιβλιοπωλείον της Εστίας