Το να ξεστομίζεις μια λέξη είναι σαν να χτυπάς μια νότα στο πληκτρολόγιο της φαντασίας.
Για όσα δεν μπορείς να μιλήσεις πρέπει να σωπαίνεις.

Ludwig Wittgenstein

Δευτέρα, 20 Μαΐου 2013

ΤΟ ΑΝΤΙΠΟΛΕΜΙΚΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥ Γ.ΜΑΓΚΛΗ



    
           ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΓΚΛΗΣ, ΓΙΑΤΙ
           Ο συγγραφέας

 Ο Γιάννης Μαγκλής γεννήθηκε στην Κάλυμνο το 1909 και πέθανε στην Αθήνα το 2006. Ασχολήθηκε αρχικά με το εμπόριο σφουγγαριών αλλά αργότερα στράφηκε προς τη λογοτεχνία. Ασχολήθηκε με την πεζογραφία, το θέατρο, τις μεταφράσεις και άφησε πλούσιο συγγραφικό έργο. Για το έργο του γνώρισε πολλές τιμητικές διακρίσεις.

                 Τα θέματα του προέρχονται από την καθημερινή ζωή των απλών ανθρώπων και οι ήρωες του είναι ναυτικοί, ψαράδες, μετανάστες, στρατιώτες, εργάτες…….Το έργο του χαρακτηρίζεται από ανθρωπιά, ευαισθησία, τρυφερότητα, λυρικότητα, ζωντάνια και παραστατικότητα. Βλέπε: http://www.ekebi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=NODE&cnode=461&t=257 

 

                 Θεματικά κέντρα:
  1. Πόλεμος και απάνθρωπη βία
  2. Θύτες και θύματα, νικητές και ηττημένοι
  3. Ειρήνη και ανθρωπισμός/ πόλεμος και θηριωδία



 1η ΕΝΟΤΗΤΑ : Το τέλος μιας ημέρας του πολέμου και η απόλαυση 
του όμορφου τοπίου.

«Σουρούπωνε………το κεφάλι να δει»

Βρισκόμαστε στη διάρκεια του πολέμου και πιο συγκεκριμένα στο σούρουπο μιας ημέρας του πολέμου, τότε που οι εχθροπραξίες τελειώνουν. Στην αφήγηση δεν υπάρχουν ονόματα ανθρώπων , χώρων, τόπων ούτε κάποια συγκεκριμένη χρονολογία. Αυτή είναι μια επιλογή του συγγραφέα, ο οποίος επιδιώκει να δείξει οτι σ' ένα πόλεμο δεν έχει σημασία ποιος έχει δίκαιο και ποιος έχει άδικο αλλά οτι όλοι χάνουν την ανθρωπιά τους και γίνονται αθώα θύματα και σκληροί θύτες. Η αοριστία αυτή κάνει πιο φανερό το αντιπολεμικό μήνυμα του κειμένου: Κάθε πόλεμος είναι απάνθρωπος

                Πρωταγωνιστής του διηγήματος: ένας νέος στρατιώτης, ο οποίος κουρασμένος από τη μάχη, αφήνει τα όπλα του και κατευθύνεται προς μια πηγή για να πιει νερό και να δροσιστεί.

                  Η περιγραφή της ομορφιάς του τοπίου, οι αντιδράσεις του στρατιώτη στην επαφή του με το δροσερό νερό δημιουργούν μια ατμόσφαιρα γαλήνης και ψυχικής ευφορίας διαφορετική από εκείνη που είχε ζήσει κατά τη διάρκεια της ημέρας. Μοιάζει να ξεχνά τον πόλεμο και να γίνεται ξανά άνθρωπος. Απολαμβάνει τις απλές ομορφιές της ζωής και θυμάται πόσο ωραία μπορεί να είναι η ζωή. Απευθύνεται στον θεό και τον παρακαλεί να τελειώσει ο πόλεμος για να γυρίσει στη μάνα του και στα αδέρφια του. Αισθάνεται ότι το νερό τον καθάρισε από τη «μόλυνση» του πολέμου, από το μίσος και γέμισε την ψυχή του με αγάπη.

                   Η όμορφη και λυρική περιγραφή θέλει να περάσει ένα αντιπολεμικό μήνυμα και να δείξει στους ανθρώπους πόσο όμορφη και γλυκιά είναι η ζωή και πόσο παράλογος είναι ο πόλεμος. Οι στρατιώτες είναι απλοί άνθρωποι που έχουν αισθήματα, που αγαπούν την ειρήνη και που αναγκάζονται να πολεμήσουν στερούμενοι όσα θα ήθελαν να απολαύσουν.


2η ΕΝΟΤΗΤΑ : Η εμφάνιση ενός άλλου στρατιώτη που χάνει τη ζωή του από τον πρώτο.

«Ένας άλλος στρατιώτης……………ξανά πάλι έτρεχε»

Στη συνέχεια κάνει την εμφάνιση του ένας άλλος στρατιώτης, ο οποίος ανήκει στην αντίπαλη παράταξη και κατευθύνεται στη ίδια πηγή για να δροσιστεί. Έρχεται αντιμέτωπος με τον πρώτο στρατιώτη ο οποίος σηκώνει το όπλο του και τον σημαδεύει. Ο δεύτερος στρατιώτης παρακαλεί για τη ζωή του και επικαλείται την αδυναμία του, τα νιάτα του, την αθωότητα του και την  προσμονή της μάνας του. Ο συγγραφέας βάζει τις ίδιες σκέψεις και τα ίδια λόγια στους δύο στρατιώτες. Θέλει να δείξει ότι όλοι οι άνθρωποι είναι κατά βάθος ίδιοι , όλοι αγαπούν την ομορφιά της ζωής και απεχθάνονται τον πόλεμο και το θάνατο.Όλοι οι άνθρωποι έχουν κοινές ανάγκες, συναισθήματα, αγωνίες και πόνους.

                 Η αντίδραση του πρώτου στρατιώτη είναι σκληρή: τον σημαδεύει και τον πυροβολεί στο στήθος. Ο πόλεμος εξαγριώνει τον άνθρωπο, τον μεταμορφώνει σε ένα σκληρό και άσπλαχνο ον. Ο πόλεμος κάνει τους ανθρώπους να ξεχάσουν το θεό και να χάσουν τον εαυτό τους. 
Ο  πρώτος στρατιώτης τη μια στιγμή προκαλεί τη συμπάθεια του αναγνώστη, αφού παρουσιάζεται ως θύμα του πολέμου ο οποίος δεν τον αφήνει ν' απολαύσει τις ομορφιές της ζωής, στη συνέχεια όμως προκαλεί την απέχθεια και την οργή του αναγνώστη, από τη στιγμή που γίνεται ο ίδιος ένας απάνθρωπος εκτελεστής ενός αθώου συνανθρώπου του.

                  Η αφήγηση εστιάζει στον πληγωμένο στρατιώτη. Οι τελευταίες τραγικές του στιγμές περιγράφονται με ρεαλιστικό τρόπο για να καταλάβουν οι αναγνώστες ότι ο πόλεμος κρύβει  την φρίκη, τη σκληρότητα, την απανθρωπιά και τον παραλογισμό. 
          Τον παραλογισμό του πολέμου  εκφράζει και η απορία που είναι ζωγραφισμένη στα μάτια του ετοιμοθάνατου στρατιώτη. Ένα «γιατί» είναι σαν να σχηματίζεται στα χείλη του όμως  απάντηση δεν υπάρχει.

                Γιατί του στέρησε τη μάνα του, την αγαπημένη του, την αθωότητα του, τα όνειρα του να ζήσει μόλις τελειώσει ο πόλεμος; Ο πόλεμος καταστρέφει ζωές, διαλύει οικογένειες, γκρεμίζει όνειρα.

                  Μπροστά στην εικόνα του ετοιμοθάνατου στρατιώτη ο φονιάς του συγκλονίστηκε, λύγισε, σάστισε και άρχισε να τρέχει για να φύγει μακριά από το χώρο του εγκλήματος.


3η ΕΝΟΤΗΤΑ: Η επιστροφή του στρατιώτη στον τόπο του εγκλήματος και η  μετάνοια του.

 «Μεσοστρατίς του βουνού……….ο άλλος πια δεν άκουγε.»

Ο στρατιώτης που πυροβόλησε τον «εχθρό» του αλλάζει στάση. Στη αρχή ταράχτηκε, πάγωσε, σάστισε, και ένιωσε να καταρρέει.

Μετά όμως έτρεξε πίσω να βρει τον τραυματισμένο στρατιώτη και να προσπαθήσει να τον σώσει. Αισθήματα όπως η αγάπη, η φροντίδα και η τρυφερότητα πλημμύρισαν την ψυχή του και άρχισε να περιποιείται τον τραυματισμένο μιλώντας του γλυκά. Απολογείται και ζητάει συγχώρεση λέγοντας ότι φταίνε εκείνοι οι κακούργοι που τον έκαναν να ξεχάσει ότι ήταν άνθρωπος. Ο στρατιώτης ασκεί κριτική στους ηγέτες εκείνους που φανατίζουν τους στρατιώτες και γεμίζουν τη ψυχή τους με μίσος.

                 Ο στρατιώτης βρήκε γρήγορα τον εαυτό του, τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά του και αρχίζει να κλαίει κρατώντας το χέρι του θύματος του. Συνειδητοποιεί ότι το θύμα του ήταν ένας νέος άνθρωπος σαν και αυτόν με τον οποίο δεν είχε να χωρίσει τίποτα για αυτό και τον αποκαλεί αδερφό του.Η προσφώνηση "αδελφέ μου" δίνει το μήνυμα της συναδέλφωσης και της αλληλεγγύης.

                 Η αφήγηση φτάνει στο τέλος της με μια δραματική και συγκλονιστική στιγμή: Η νύχτα έχει σκεπάσει τους δύο ανθρώπους: το θύτη και το θύμα και ο πρώτος χαϊδεύει απαλά το χέρι του άλλου μουρμουρίζοντας λόγια αγάπης. Ο στρατιώτης-θύτης κρατά στην αγκαλιά του και ζητά συγχώρεση από το στρατιώτη-θύμα.Η σκηνή περνάει το μήνυμα του συγγραφέα: ο πόλεμος είναι παράλογος.


Γλώσσα

Η γλώσσα είναι ζωντανή, πλούσια και εκφραστική με αρκετούς ιδιωματισμούς και λαϊκούς τύπους που στόχο έχουν να παρουσιάσουν τον προφορικό λόγο των απλών ανθρώπων. Είναι η δημοτική γλώσσα της εποχής του 50.

 

Ύφος

Είναι ζωντανό, παραστατικό, γλαφυρό, έντονα λυρικό και ποιητικό καθώς υπάρχουν πολλά σχήματα λόγου και πολλές εικόνες και δίνονται πολύ έντονα τα συναισθήματα του πρωταγωνιστή.

                   Αφηγητής

Ο αφηγητής δεν συμμετέχει στα γεγονότα της αφήγησης, είναι λοιπόν εξωδιηγητικός-ετεροδιηγητικός. Γνωρίζει όμως τα συναισθήματα  τους και συμπάσχει με τους ήρωες του.

                 Αφηγηματικές τεχνικές
Κυριαρχεί η αφήγηση που διακόπτεται από την περιγραφή και το διάλογο. Ένας παράξενος τύπος διαλόγου είναι και αυτός που φαντάζεται ο αφηγητής ότι θα ήθελε να πει ο δεύτερος στρατιώτης στον πρώτο.



Παράλληλα κείμενα
Το ποτάμι, Αντώνης Σαμαράκης

Η διαταγή είτανε ξεκάθαρη : Απαγορεύεται το μπάνιο στο ποτάμι, ακόμα και να πλησιάζει κανένας σε απόσταση λιγότερο από διακόσια μέτρα. ε χώραγε λοιπόν καμιά παρανόηση. Όποιος την παρέβαινε τη διαταγή, θα πέρναγε στρατοδικείο. Τους τη διάβασε τις προάλλες ο ίδιος ο ταγματάρχης. Διέταξε γενική συγκέντρωση, όλο το τάγμα, και τους τη διάβασε. ιαταγή τής Μεραρχίας! εν είτανε παίξε – γέλασε. Είχανε κάπου τρείς βδομάδες που είχαν αράξει δώθε απ’ το ποτάμι. Κείθε απ’ το ποτάμι είταν ο εχθρός, οι Άλλοι όπως τους λέγανε πολλοί. Τρείς βδομάδες απραξία. Σίγουρα δε θα βάσταγε πολύ τούτη η κατάσταση, μα για την ώρα επικρατούσε ησυχία. Και στις δύο όχθες του ποταμού, σε μεγάλο βάθος, είτανε δάσος. Πυκνό δάσος. Μέσ’ στο δάσος είχανε στρατοπεδεύσει και οι μεν και οι δε. Οι πληροφορίες τους είτανε πώς οι Άλλοι είχανε δύο τάγματα εκεί. ,στόσο, δεν επιχειρούσανε επίθεση, ποιός ξέρει τί λογαριάζανε να κάνουνε. Στο μεταξύ, τα φυλάκια, και απ’ τις δύο μεριές, είταν εδώ και κεί, κρυμμένα στο δάσος, έτοιμα για παν ενδεχόμενο. Τρείς βδομάδες! Πώς είχανε περάσει τρεις βδομάδες! ε θυμόντουσαν σ’ αυτόν τον πόλεμο, που είχε αρχίσει εδώ και δυόμιση χρόνια περίπου, άλλο τέτοιο διάλειμμα σαν και τούτο. Όταν φτάσανε στο ποτάμι, έκανε ακόμα κρύο. Μα εδώ και μερικές μέρες, ο καιρός είχε στρώσει. Άνοιξη πιά! Ο πρώτος που γλίστρησε κατά το ποτάμι είτανε λοχίας. Γλίστρησε ένα πρωινό και βούτηξε. Λίγο αργότερα, σύρθηκε ως τους δικούς του, με δύο σφαίρες στο πλευρό. Δεν έζησε πολλές ώρες. Την άλλη μέρα, δυό φαντάροι τραβήξανε για κεί, και δεν τους ξαναείδε πια κανένας. Ακούσανε μονάχα πολυβολισμούς, και ύστερα σιωπή. Τότε βγήκε η διαταγή της Μεραρχίας. Είτανε ωστόσο μεγάλος πειρασμός το ποτάμι. Τ’ ακούγανε που κυλούσε τα νερά του και το λαχταρούσανε. Αυτά το δυόμιση χρόνια τούς είχε φάει η βρώμα. Είχανε ξεσυνηθίσει από ’να σωρό χαρές. Και να, τώρα, που είχε βρεθεί στο δρόμο τους αυτό το ποτάμι. Μα η διαταγή της Μεραρχίας… -Στο διάολο η διαταγή της Μεραρχίας! είπε μέσ’ απ’ τα δόντια του, κείνη τη νύχτα. Γύριζε και ξαναγύριζε και ησυχία δεν είχε. Το ποτάμι ακουγότανε πέρα και δεν τον άφινε να ησυχάσει. Θα πήγαινε την άλλη μέρα, θα πήγαινε οπωσδήποτε. Στο διάολο η διαταγή της Μεραρχίας, την έγραφε στ’ απαυτά του. Οι άλλοι φαντάροι κοιμόντουσαν. Τέλος τον πήρε κι αυτόν ο ύπνος. Είδε ένα όνειρο, έναν εφιάλτη. Στην αρχή, το είδε όπως είτανε: ποτάμι. Είτανε μπροστά του αυτό το ποτάμι και τον περίμενε. Κι’ αυτός, γυμνός στην όχθη, δεν έπεφτε μέσα. Σα να τον βάσταγε ένα αόρατο χέρι. Ύστερα το ποτάμι μεταμορφώθηκε σε γυναίκα. Μια νέα γυναίκα, μελαχρινή, με σφιχτοδεμένο κορμί. Γυμνή, ξαπλωμένη στο γρασίδι, τον περίμενε. Κι’ αυτός, γυμνός μπροστάτης, δεν έπεφτε πάνω της. Σα να τον βάσταγε ένα αόρατο χέρι. Ξύπνησε βαλαντωμένος . δεν είχε ακόμα φέξει… Φτάνοντας στην όχθη, στάθηκε και το κοίταζε. Το ποτάμι! Ώστε υπήρχε λοιπόν αυτό το ποτάμι; Ώρες – ώρες, συλλογιζότανε μήπως δεν υπήρχε στ’ αλήθεια. Μήπως είτανε μια φαντασία τους, μια ομαδική ψευδαίσθηση. Είχε βρεί μιαν ευκαιρία και τράβηξε κατά το ποτάμι. Το πρωινό είτανε θαύμα! Αν είτανε τυχερός και δεν τον παίρνανε μυρουδιά… Να πρόφταινε μονάχα να βουτήξει στο ποτάμι, να μπεί στα νερά του, τα παρακάτω δεν τον νοιάζανε. Σ’ ένα δένδρο, δίπλα στην όχθη, άφισε τα ρούχα του, και, όρθιο πάνω στον κορμό, το τουφέκι του. Έριξε δυό τελευταίες ματιές, μιά πίσω του, μην είτανε κανένας απ’ τους δικούς του, και μιά στην αντίπερα όχθη, μην είτανε κανένας απ’ τους Άλλους. Και μπήκε στο νερό. Απ’ τη στιγμή που το σώμα του, ολόγυμνο, μπήκε στο νερό, τούτο το σώμα που δυόμιση χρόνια βασανιζότανε, που δυό τραύματα το είχανε ως τώρα σημαδέψει, απ’ τη στιγμήν αυτή ένιωθε άλλος άνθρωπος. Σα να πέρασε ένα χέρι μ’ ένα σφουγγάρι μέσα του και να τά ’σβησε αυτά τα δυόμιση χρόνια. Κολυμπούσε πότε μπρούμυτα, πότε ανάσκελα. Αφινότανε να τον πηγαίνει το ρεύμα. Έκανε και μακροβούτια. Είταν ένα παιδί τώρα αυτός ο φαντάρος, που δεν είτανε παρά εικοσιτριώ χρονώ . κι όμως τα δυόμιση τελευταία χρόνια είχαν αφίσει βαθιά ίχνη μέσα του. Δεξιά εξιά κι αριστερά, και στις δύο όχθες, φτερουγίζανε πουλιά, τον χαιρετούσανε περνώντας πότε – πότε από πάνω του. Μπροστά του, πήγαινε τώρα ένα κλαδί που το ’σερνε το ρεύμα. Βάλθηκε να το φτάσει μ’ ένα μονάχα μακροβούτι. Και το κατάφερε. Βγήκε απ’ το νερό ακριβώς δίπλα στο πλαδί. Ένιωσε μια χαρά ! Μα την ίδια στιγμή είδε ένα κεφάλι μπροστά του, κάπου τριάντα μέτρα μακριά. Σταμάτησε και προσπάθησε να δεί καλύτερα. Και κείνος που κολυμπούσε εκεί τον είχε δει, είχε σταματήσει κι αυτός. Κοιτάζονταν. Ξανάγινε αμέσως αυτός που είτανε και πρωτύτερα: ένας φαντάρος που είχε κιόλα δυόμιση χρόνια πόλεμο, που είχε έναν πολεμικό σταυρό, που είχε αφίσει το τουφέκι του στο δέντρο. ε μπορούσε να καταλάβει αν αυτός αντίκρυ του είτανε απ’ τους δικούς του ή απ’ τους Άλλους. Πώς να το καταλάβει; Ένα κεφάλι έβλεπε μονάχα. Μπορούσε να ’ναι ένας απ’ τους δικούς του. Μπορούσε να ’ναι ένας απ’ τους Άλλους. Για μερικά λεπτά και οι δύο τους στέκονταν ακίνητοι στα νερά. Τη σιωπή διέκοψε ένα φτάρνισμα. Είταν αυτός που φταρνίστηκε, και, κατά τη συνήθειά του, βλαστήμησε δυνατά. Τότε κείνος αντίκρυ του άρχισε να κολυμπάει γρήγορα προς την αντίπερα όχθη. Μα κι αυτός δεν έχασε καιρό. Κολύμπησε προς την όχθη του μ’ όλη του τη δύναμη. Βγήκε πρώτος. Έτρεξε στο δέντρο που είχε αφίσει το τουφέκι του, τ’ άρπαξε. ο Άλλος, ό,τι έβγαινε απ’ το νερό. Έτρεχε τώρας και κείνος να πάρει το τουφέκι του. Σήκωσε το τουφέκι του αυτός, σημάδεψε. Τού είτανε πάρα πολύ εύκολο να τού φυτέψει μια σφαίρα στο κεφάλι. Ο Άλλος είτανε σπουδαίος στόχος έτσι καθώς έτρεχε ολόγυμνος, κάπου είκοσι μέτρα μονάχα μακριά. Μα δεν τράβηξε τη σκανδάλη. Ο Άλλος είταν εκεί, γυμνός όπως είχε έρθει στον κόσμο. Κι αυτός είταν εδώ, γυμνός όπως είχε έρθει στον κόσμο. ε μπορούσε να τραβήξει. Είτανε και οι δύο γυμνοί. Δύο άνθρωποι γυμνοί. Γυμνοί από ρούχα. Γυμνοί από ονόματα. Γυμνοί από εθνικότητα. Γυμνοί απ’ τον χακί εαυτό τους. Δεν μπορούσε να τραβήξει. Το ποτάμι δεν τους χώριζε τώρα, αντίθετα τους ένωνε. Δε μπορούσε να τραβήξει. Ο Άλλος είχε γίνει ένας άλλος άνθρωπος τώρα, χωρίς άλφα κεφαλαίο, τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο. Χαμήλωσε το τουφέκι του. Χαμήλωσε το κεφάλι του. Και δεν είδε τίποτα ως το τέλος, πρόφτασε να δεί μονάχα κάτι πουλιά που φτερουγίσανε τρομαγμένα σαν έπεσε απ’ την αντικρινή όχθη η τουφεκιά, κι αυτός, γονάτισε πρώτα, ύστερα έπεσε με το πρόσωπο στο χώμα.

 


Έριχ Μαρία Ρεμάρκ, Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο (απόσπασμα)

Είμαι νέος, μόλις έκλεισα τα 20· από τη ζωή δεν ξέρω παρά μόνο την απελπισία, το θάνατο, το φόβο και μια αλυσίδα από ανόητες επιπολαιότητες, πάνω από μια άβυσσο πόνων και θλίψεων. Βλέπω τους λαούς να ορμούν σε άλλους λαούς, να σκοτώνουν και να σκοτώνονται, χωρίς ούτε κι εκείνοι να ξέρουν το γιατί, υπακούοντας σ΄αυτούς που τους στέλνουν, χωρίς συναίσθηση του κινδύνου ή της ευθύνης τους. Βλέπω πως οι δυναμικότεροι εγκέφαλοι του κόσμου εφευρίσκουν όπλα για να γίνονται όλ' αυτά μ' έναν τρόπο ακόμα πιο ραφιναρισμένο και να διαρκούν όσο γίνεται περισσότερο. Κι όλοι οι συνομήλικοί μου εδώ, στην αντικρυνή παράταξη, σ' ολόκληρο τον κόσμο το βλέπουν όπως εγώ. Αυτή είναι η ζωή της γενιάς μου και η δική μας. Τι θα κάνουν άραγε οι πατεράδες μας αν μια μέρα σηκωθούμε και παρουσιαστούν μπροστά τους για να τους ζητήσουμε λογαριασμό; Τι περιμένουν από μας όταν μια μέρα τελειώσει ο πόλεμος; Τι περιμένουν από μας όταν μια μέρα τελειώσει ο πόλεμος; Χρόνια ολόκληρα σκοτώναμε μόνο. Αυτό ήταν το πρώτο μας επάγγελμα στη ζωή. Για μας η επιστήμη της ζωής περιορίζεται στο θάνατο. Τι θα συμβεί ύστερα; Και τι θ' απογίνουμε εμείς; [...]
Έχουμε χάσει κάθε αίσθημα ανθρωπισμού και αλληλεγγύης. Μόλις κατορθώνουμε να αναγνωρίσει ο ένας τον άλλο, όταν η εικόνα του ενός πέσει μπροστά στα μάτια μας, που είναι μάτια κυνηγημένου ζώου. Είμαστε αναίσθητοι νεκροί, οι οποίοι με ένα στρατήγημα ή κάποια επικίνδυνη μαγεία γινήκαμε και πάλι ικανοί να τρέχουμε και να σκοτώνουμε […]
Έχουμε γίνει επικίνδυνα ζώα, δεν πολεμούμε αμυνόμαστε εναντίον της καταστροφής. Δε ρίχνουμε τις χειροβομβίδες μας πάνω σε ανθρώπινα πλάσματα, γιατί τη στιγμή εκείνη δε νιώθουμε παρά ένα πράγμα: ότι ο θάνατος βρίσκεται εκεί σ' αυτούς να μας αρπάξει κάτω από αυτά τα χέρια και κάτω απ' αυτά τα κράνη. Είναι η πρώτη φορά έπειτα από τρεις μέρες που μπορούμε ν' αμυνθούμε εναντίον του. Η αγριότητας και το πάθος που μας εμψυχώνει μοιάζουν με τρέλα. Μπορούμε να καταστρέψουμε και να σκοτώσουμε για να σωθούμε… για να σωθούμε και να εκδικηθούμε

[πηγή: Έριχ Μαρία Ρεμάρκ, Ουδέν νεώτερον από το δυτικό μέτωπο, μετάφραση Στέλλα Βουρδουμπά, εκδ. Δωρικός, Αθήνα 1990]


Γιάννη Ρίτσου, «Γράμματα απ' το μέτωπο» (απόσπασμα)

Μάνα, τον ήλιο εδώ σκεπάζουν ίσκιοι
κι αναπαμό ποτέ η καρδιά δε βρίσκει·
ένα: οι αυγές κ' οι νύχτες μας γυρνούν
φρικτές πεντάλφες γράφουν στό σκοτάδι
σήματα, που τον κίνδυνο μηνούν,
πύρινα φίδια από τα βάθη του Άδη.

Ζούμε στ' αμπριά θαμμένοι, διπλωμένοι
κ' έξω απ' την τρύπα ο θάνατος περιμένει.
Μας έπνιξαν το φως και τη χαρά,
στεγνώσαν την ψυχή μας και το σώμα,
μα κάτι μέσα μας κυλά βουερά
και ξέσπασμα δε βρήκε κάπου ακόμα.

Φουσκώνουν της ζωής μας τα πελάη·
σ' όλες τις φλέβες μου, αίμα μου, κυλάει
της Μαριγώς το φλογερό φιλί...
(θέλω να πω, μητέρα μου, για κείνο
το φιλί της που μούδωσε δειλή
προτού για την πατρίδα μας μακρύνω).

Η κάθε μου ίνα τη χαρά φωνάζει,
μα ο πόλεμος, τη νιότη μου σκεπάζει
και με ατσάλι αναμμένο με κεντά·
όμως, μέσα μου η καρδιά μου δε λυγίζει.
Μητέρα, εδώ, στο θάνατο κοντά,
πρωτόμαθα το πόσο η ζωή αξίζει.

[πηγή: Γιάννης Ρίτσος, «Γράμματα απ' το μέτωπο» από τη συλλογή Πυραμίδες (1939-1935), Ποιήματα 1930-1942, τόμ. Α΄, Κέδρος, Αθήνα 2009 (12η έκδ.), σ. 150]

Δεν υπάρχουν σχόλια: