Το να ξεστομίζεις μια λέξη είναι σαν να χτυπάς μια νότα στο πληκτρολόγιο της φαντασίας.
Για όσα δεν μπορείς να μιλήσεις πρέπει να σωπαίνεις.

Ludwig Wittgenstein

Κυριακή, 15 Σεπτεμβρίου 2013

ΓΛΥΚΟ ΤΟΥ ΚΟΥΤΑΛΙΟΥ




ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ, ΓΛΥΚΟ ΤΟΥ ΚΟΥΤΑΛΙΟΥ
Ο ποιητής
Γεννήθηκε το 1940 στην Κύπρο, στο χωριό Άχνα και μεγάλωσε στην Αμμόχωστο. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στη Φιλοσοφική σχολή Αθηνών και εργάστηκε ως φιλόλογος στη Μέση  Εκπαίδευση. Ειδικεύτηκε σε θέματα ραδιοφωνίας στο Μόναχο και υπήρξε διευθυντής ραδιοφωνίας στην Κυπριακή ραδιοφωνία. Έχει εκδώσει 7 ποιητικές συλλογές και έχει τιμηθεί με πολλές διακρίσεις. Όταν το 1974 οι Τούρκοι εισέβαλαν στην Κύπρο, ο ίδιος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αμμόχωστο, γεγονός που σημάδεψε τη ζωή του. Το μεγαλύτερο μέρος του έργου του είναι αφιερωμένο, όπως είναι φυσικό, στην  Κυπριακή τραγωδία μετά την εισβολή των Τούρκων στο νησί. 

Χαρακτηριστικά της ποίησης του Κ.Χαραλαμπίδη
  1. Η ιστορική διάσταση και οι τραγικές συνέπειες μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974.
  2. Πλούσιες εικόνες και χρήση συμβόλων.
  3.  Χρήση της ειρωνείας που πολλές φορές φτάνει στον σαρκασμό.
  4. Ευγένεια, ευαισθησία και λεπτότητα αλλά συγχρόνως έντονη και ξεκάθαρη πολιτική πράξη.
  5. Ποίηση εθνική, κοινωνική και πολιτική.
  6. Χρήση της ιστορίας και του μύθου με δημιουργικό τρόπο.
  7. Επιδράσεις από την ποίηση του Σεφέρη και του Καβάφη( ανάγνωση του ποιητικού μύθου υπό το πρίσμα της ειρωνικής προοπτικής).
  8. Σεβασμός στην παράδοση της γλώσσας χωρίς όμως να γίνεται παραδοσιακός.
  9. Χρήση όλων των φάσεων της ελληνικής γλώσσας: λόγιοι και λαϊκοί τύποι, κυπριακοί ιδιωματισμοί και αρχαία ελλληνικά.
  10. Γλώσσα φορτισμένη αλλά φρέσκια και τολμηρή.
  11. Κίνηση ανάμεσα στην ακρίβεια και στη συγκίνηση, ανάμεσα στη σκληρότητα και στη μαγεία.
  12.  Θεατρικά αφηγηματική μορφή. 
Πηγή: http://www.potheg.gr/WriterDetails.aspx?id=7711078&lan=1
Περισσότερες πληροφορίες για τον ποιητή:  http://www.kathimerini.com.cy/index.php?pageaction=kat&modid=1&artid=77409  
http://koutroulis-spyros.blogspot.gr/2011/09/blog-post.html  


Το ποίημα
Ο ποιητής επισκέπτεται μετά από πολλά χρόνια τα κατεχόμενα εδάφη για να δει από κοντά το πατρικό του σπίτι και περιγράφει την εμπειρία του. Το ποίημα παρουσιάζει αρκετά στοιχεία που θυμίζουν τη δημοτική μας ποίηση (επιστροφή του ξενιτεμένου) και στοιχεία που παραπέμπουν στην ομηρική ποίηση. Βέβαια υπάρχει μια σημαντική διαφορά: ο ποιητής γυρίζει στο σπίτι του αλλά δεν έχει την ευτυχία να αναγνωριστεί από τα αγαπημένα του πρόσωπα και να ζήσει ειρηνικά και γαλήνια στο σπίτι του. Ο τίτλος «γλυκό του κουταλιού» συνδέεται με το έθιμο της φιλοξενίας καθώς τα γλυκά του κουταλιού ήταν το συνηθισμένο κέρασμα σε κάθε επισκέπτη.

Θέματα του ποιήματος 
  1. Η ανθρώπινη πλευρά της κυπριακής τραγωδίας.
  2. Η σημασία και η αξία της πατρογονικής εστίας και του γενέθλιου τόπου για τον κάθε άνθρωπο.
  3. Το έθιμο της φιλοξενίας.
  4. Το αίσθημα της αδικίας, η καταπάτηση και η στέρηση ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων.

 
Ενότητα 1η : Η επίσκεψη του αφηγητή στο πατρικό του σπίτι
(Να ιδώ…………κρεβατοκάμαρα)

Ο αφηγητής μιλά σε α πρόσωπο και λέει ότι επισκέφτηκε το πατρικό του σπίτι για να γνωρίσει το παρελθόν του, να μάθει τις ρίζες του, την ιστορία του τόπου του και της γενιάς του. Είναι ένας ξεριζωμένος άνθρωπος μέσης ηλικίας,  ο οποίος μέσω της επιστροφής του στο πατρικό σπίτι δοκιμάζει την εμπειρία της αυτογνωσίας. Οι στίχοι 2-3 παραπέμπουν στην Οδύσσεια, στη ραψωδία λ. Όπως ο Οδυσσέας έσκαψε λάκκο και έριξε μέσα αίμα με το οποίο θα προσέλκυε τις ψυχές των νεκρών, έτσι και ο ποιητής μπαίνει στον αυλόγυρο του σπιτιού του και στέκεται κοντά σε λάκκο. Το σπίτι παραλληλίζεται με τον κόσμο των νεκρών στην Οδύσσεια καθώς έχουν πεθάνει οι συγγενείς του ποιητή, που ζούσαν σε αυτό. Το σπίτι το αλμυρό αφήνει μια δυσάρεστη γεύση στα χείλη του ποιητή που νιώθει παράξενα και άβολα μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Ο ποιητής παραλληλίζεται με τον Οδυσσέα καθώς και οι δύο αναζητούν την πολυπόθητη επιστροφή στο σπίτι τους, νιώθουν αγάπη και νοσταλγία για τον τόπο τους και τους πλημμυρίζει συγκίνηση, όταν επιστρέφουν σε αυτόν.
............
15 που καταχνιά και σύγνεφα για πάντα τους σκεπάζουν,
και του ήλιου του χρυσόλαμπρου δεν τους θωρούν οι αχτίδες,
μήτε προς τ' αστερόσπαρτα σαν ανεβαίνη ουράνια,
μήτ' απ' τα ύψη τ' ουρανού στη γης σαν κατεβαίνη,
μόνε τους άμοιρους φριχτή πλακώνει πάντα νύχτα.
20 Ήρθαμε αυτού κι αράξαμε, και βγάλαμε τ' αρνιά μας,
και τότες ακλουθήσαμε του Ωκεανού το ρέμα,
ώσπου στο μέρος φτάσαμε που η Κίρκη είχε ορμηνέψει.

Εκεί σφαχτά ο Ευρύλοχος κι ο Περιμήδης φέραν,
κι εγώ έσυρα το κοφτερό σπαθί από το πλευρό μου,
25 κι έσκαψα λάκκο ως πήχη μιά, του μάκρου και του πλάτου·
και χύνω ολόγυρα σταλιές στους πεθαμένους όλους,
πρώτα μελόνερο, ύστερα γλυκό κρασί, και τρίτο
πάλε νερό· και με λευκό τα πασπαλίζω αλεύρι·
και λέγοντας πολλές ευκές στ' αδύναμα κεφάλια
30 των πεθαμένων, έταξα πως άμα ερθώ στο Θιάκι
στείρα δαμάλα διαλεχτή στον πύργο μου θα σφάξω,
και πως θ' ανάψω τους πυρά γεμάτη ωραία δώρα,
και χώρια αρνί κατάμαυρο του Τειρεσία θα κόψω,
του κοπαδιού το πιο καλό. Και των νεκρών τα πλήθια
με τάματα και προσευκές θερμοπαρακαλώντας,
35 πήρα τ' αρνιά και τα 'σφαξα στο λάκκο· και το αίμα
έτρεχε ολόμαυρο. Άρχισαν των πεθαμένων τότες
και μαζευόνταν οι ψυχές απ' το Έρεβος το μαύρο,
νύφες αντάμα κι άγουροι, τυραννισμένοι γέροι,
παρθένες κόρες τρυφερές, νεοθλιμμένες όλες,
40 κι άντρες πολλοί από χάλκινα κοντάρια λαβωμένοι,
νεκροί που είχανε τ' άρματα με το αίμα τους βαμμένα
κι εδώθε εκείθε αρίθμητοι γύρω στο λάκκο ερχόνταν,
με αχό πολύ, και μ' έπιανε χλωμός εμένα φόβος.
Τότε είπα στους συντρόφους μου να γδάρουν και να κάψουν
45 τ' αρνιά που τα 'χε αλύπητο μαχαίρι εκεί ριγμένα,
και προσευκές να κάμουνε στους δυό θεούς, στον Άδη
το φοβερό, και στη σκληρή συνάμα Περσεφόνη·
κι εγώ, απ' τη μέση σέρνοντας το κοφτερό σπαθί μου,
των πεθαμένων έδιωχνα τ' αδύναμα κεφάλια,
50 μακριά απ' το αίμα, ως ν' ακουστή του Τειρεσία ο λόγος




Ραψωδία λ, Μετάφραση Αργύρη Εφταλιώτη                                              










Στίχοι 4-5: Η νέα ένοικος του σπιτιού είναι μάλλον Τουρκάλα και αυτό το μαρτυρά και η μαντίλα στο κεφάλι. Η γυναίκα αυτή είναι φιλική ( βοηθά τον ποιητή να ξεπεράσει τους αρχικούς του φόβους και την αμηχανία του) και ακολουθώντας τους κανόνες φιλοξενίας του προσφέρει νερό και γλυκό και ο ποιητής ευγενικός , γλυκομίλητος, με καλούς τρόπους συμπεριφοράς την ευχαριστεί ευγενικά.













Στίχοι 6-10: Η φιλοξενία συνεχίζεται και η γυναίκα ευγενική και καλοσυνάτη  προσφέρει στον ποιητή φρούτα από τον κήπο του σπιτιού( κήπος με Κ κεφαλαίο για να δείξει πόσο σημαντικός ήταν ο κήπος για τον ποιητή: ξυπνά αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία και λειτουργεί ως σύμβολο ). Τολμηρή, υπερρεαλιστική  εικόνα: τα φρούτα του θυμίζουν ανθρώπινα χέρια να κόβουν ή να παίρνουν τα  φρούτα και να προσφέρουν χαρά και σε αυτούς που τα δίνουν και σε αυτούς που τα παίρνουν. Τα φρούτα χαρακτηρίζονται ως αντιδωρήματα: ως αντάλλαγμα  στην ευγενική συμπεριφορά του ποιητή και στο γεγονός ότι το σπίτι στο οποίο κατοικεί αυτή  η γυναίκα είναι του ποιητή , η ευγενική , φιλόξενη και φιλική Τουρκάλα του προσφέρει φρούτα. 
Στίχοι 11-14: Ο ποιητής ευχαριστεί και πάλι τη γυναίκα και καθώς έχει πάρει κουράγιο από τη φιλική διάθεση της  ζητά την άδεια να δει και το υπόλοιπο σπίτι και η νέα ένοικος του επιτρέπει να μπει και στην κρεβατοκάμαρα, κάτι ασυνήθιστο , όμως ο ποιητής πρέπει να μπει εκεί για συναισθηματικούς λόγους, κάποια μνήμη τον οδηγεί εκεί. Είναι πραγμικά τραγικό και παράλογο να ζητά κάποιος άδεια για να δει το ίδιο του το σπίτι!

Ενότητα 2η: Η εικόνα της μητέρας του στον τοίχο του σπιτιού
( Μπαίνω…….κρατεί)

Στίχοι 15-18: Ο ποιητής μπαίνει στην κρεβατοκάμαρα και βλέπει το κάδρο της μητέρας του. Η μητέρα του τον κοιτάει, ίσως με παράπονο και μοιάζει να του ζητά να την πάρει μαζί του. Τα τρία ρήματα σε δραματικό ενεστώτα: μπαίνω, θωρώ, αφήνω παρουσιάζουν τη δραματική ένταση της στιγμής. Ο ποιητής κάνει μια άλλη αναφορά στα Ομηρικά έπη και σαν σύγχρονος Αινείας ζητά να πάρει το κάδρο της μητέρας του και να το μεταφέρει στη νέα του πατρίδα. Η  συναισθηματική φόρτιση είναι μεγάλη:το ίδιο του το σπίτι δεν του ανήκει πια, ανήκει σε γη που έχει πατηθεί από κατακτητές....
Στίχοι 19-24: Η γυναίκα  με καλή διάθεση του απαντά ότι μπορεί να πάρει το κάδρο.  Αυτή η συμπεριφορά της δεν οφείλεται στο γεγονός ότι καταλαβαίνει πόσο μεγάλη συναισθηματική αξία έχει για τον ποιητή αλλά στο γεγονός ότι τόσα χρόνια νόμιζε ότι η γυναίκα του κάδρου ήταν κάποια ηθοποιός. Τώρα που αντιλαμβάνεται ποια είναι αυτή η γυναίκα, το κάδρο της είναι άχρηστο. Η Τουρκάλα είναι μια ρηχή γυναίκα , απλοϊκή, αμόρφωτη, με κατώτερο πολιτιστικό επίπεδο από αυτό του αφηγητή, δεν είναι σε θέση να καταλάβει τη συναισθηματική κατάσταση του ποιητή και είναι φανερό οτι μεγάλη απόσταση χωρίζει αυτούς τους δύο ανθρώπους.
Η μητέρα του αφηγητή: δίνει την αίσθηση μις κομψής, λαμπερής γυναίκας, προσεγμένης, εντυπωσιακής, φροντισμένης, με έναν ιδιαίτερα αριστοκρατικό  χαρακτήρα.

 
Ενότητα 3η : Οι σκέψεις του ποιητή και η επιθυμία του να μπορεί να επισκέπτεται το πατρικό του σπίτι
(Άξιζε…..ποθητού μου)
Στίχοι 25-27: Η συναισθηματική κατάσταση του ποιητή αλλάζει: βλέποντας το αγαπημένο πρόσωπο της μάνας πικραίνεται από την επιπόλαιη και ρηχή στάση της γυναίκας και συμπληρώνει κάποια χαρακτηριστικά της μητέρας του, τα οποία δεν ανέφερε η μουσουλμάνα. Το ραδινό χέρι της μητέρας του που παραπέμπει σε μια ευκατάστατη οικογένεια του θυμίζει το μητρικό χάδι.
Στίχοι 28-30: Ο ποιητής κάνει ειρωνικούς στοχασμούς για το πολιτιστικό επίπεδο της γυναίκας παρασυρμένος από τον πόνο του. Η σύγκριση των δύο πολιτισμών: των Κύπριων και των Τούρκων γίνεται μέσω της χρήσης της γλώσσας: οι Έλληνες χρησιμοποιούν εκφράσεις που αποδεικνύουν τη καλή και εξελιγμένη χρήση του συντακτικού ενώ οι Τούρκοι αρκούνται σε μια πιο απλή και φτωχή χρήση της γλώσσας. Οι Τούρκοι βρίσκονται πολύ πίσω από τους Έλληνες ως προς το πολιτισμικό επίπεδο.
Στίχοι 31-36:Ο ποιητής καταλαβαίνει γρήγορα ότι για την Κυπριακή τραγωδία δεν ευθύνεται η συγκεκριμένη γυναίκα και προσπαθεί να συγκρατήσει τα συναισθήματα του βάζοντας σε πρώτη θέση τη λογική. Φοβάται ότι αν συνεχίσει η γυναίκα θα αγριέψει, κάτι που δεν το θέλει. Έτσι μαζεύει τις δυνάμεις του και τα κομμάτια του για να φύγει. Στο τέλος εκφράζει την ευχή να μπορέσει ξανά στο μέλλον να επισκεφτεί το σπίτι του και αυτό εξαρτάται από τη θέληση της γυναίκας.
Στιχουργική-γλώσσα
Το ποίημα δεν ακολουθεί τους κανόνες της παραδοσιακής ποίησης και αποκτά πεζολογικό χαρακτήρα.
Η γλώσσα είναι δημοτική με πολλούς ιδιωματισμούς: λέξεις της προφορικής ομιλίας: να ιδώ, πούθε, σιμά, θωρώ, να πούμε την αλήθεια, σάμπως γνωρίζει, λέξεις Κυπριακές: εντροπή, καλογέλαστη, ευχαριστώ την, ραδινό, λέξεις που φτιάχνει ο ποιητής: μαντιλοδεμένη, γαντοφορεμένο, ασυνήθιστες μεταφορικές εκφράσεις: χείλη….αντιδωρήματα
Ύφος
Το ύφος είναι άμεσο, ζωντανό, παραστατικό (διάλογος), γλαφυρό, λυρικό( έντονα συναισθήματα του ποιητή), εξομολογητικό (έκφραση συναισθημάτων και σκέψεων σε α πρόσωπο), στοχαστικό( προβληματισμοί και σκέψεις του ποιητή σε σχέσεις με τον πολιτισμό των δύο λαών), μελαγχολικό, οικείο , προσωπικό, πεζολογικό.

Δραστηριότητες
  1. Στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://digitalschool.minedu.gov.gr/modules/ebook/show.php/DSGL105/229/1687,5394/extras/texts/indexe_8_parallilo_keimeno_1.html  διαβάστε το κείμενο «Ταξί για την Αμμόχωστο» του Γιώργου Φιλίππου. Υποθέστε οτι είστε ένα από τα θύματα της κυπριακής τραγωδίας.Γράψτε σε α πρόσωπο, σε μια ημερολογιακή σελίδα τις σκέψεις σας για τις συνέπειες της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο.
  2. Αφού διαβάσετε τα παρακάτω ποιήματα, να συγκρίνετε τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν το πατρικό τους σπίτι  και τα συναισθήματα που τρέφουν για αυτό ο Κ.Χαραλαμπίδης, ο Κ.Παλαμάς και ο Γ.Σεφέρης .

Κωστή Παλαμά, «Το σπίτι που γεννήθηκα»

Το σπίτι που γεννήθηκα κι ας το πατούν οι ξένοι
στοιχειό είναι και με προσκαλεί· ψυχή, και με προσμένει.

Το σπίτι που γεννήθηκα, ίδιο στην ίδια στράτα
στα μάτια μου όλο υψώνεται και μ' όλα του τα νιάτα.

Το σπίτι, ας του νοθέψανε το σχήμα και το χρώμα·
και ανόθευτο κι αχάλαστο, και με προσμένει ακόμα.

Της πόρτας του η παλαϊκή κορώνα, ώ! να η καμάρα!
Μόνο οι χορδές της λείπουνε για να γενεί κιθάρα

να συνοδέψει του σπιτιού τ' ολόχαρο τραγούδι
προς το παιδί· γυρίζω ανθρός, δροσιά, ξεπεταρούδι,
πάω στη φωλιά, στη γάστρα μου, στο πρωί μου, στο μαγνήτη,
στη ζέστα της μητέρας μου, στο πατρικό άγιο σπίτι.
[...]
Το σπίτι που γεννήθηκα κι ας το πατούν οι ξένοι.
Στοιχειό, και σαν απάτητο, με ζει και με προσμένει.

Γιώργος Σεφέρης «Ο γυρισμός του ξενιτεμένου»
― Παλιέ μου φίλε τί γυρεύεις;
χρόνια ξενιτεμένος ήρθες
με εικόνες που έχεις αναθρέψει
κάτω από ξένους ουρανούς
μακριά απ' τον τόπο το δικό σου.

― Γυρεύω τον παλιό μου κήπο·
τα δέντρα μού έρχουνται ώς τη μέση
κι οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλια
κι όμως σαν ήμουνα παιδί
έπαιζα πάνω στο χορτάρι
κάτω από τους μεγάλους ίσκιους
κι έτρεχα πάνω σε πλαγιές
ώρα πολλή λαχανιασμένος.

― Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις·
θ' ανηφορίσουμε μαζί
στα γνώριμά σου μονοπάτια
θα ξαποστάσουμε μαζί
κάτω απ' το θόλο των πλατάνων
σιγά-σιγά θα 'ρθούν κοντά σου
το περιβόλι κι οι πλαγιές σου.

― Γυρεύω το παλιό μου σπίτι
με τ' αψηλά τα παραθύρια
σκοτεινιασμένα απ' τον κισσό
γυρεύω την αρχαία κολόνα
που κοίταζε ο θαλασσινός.
Πώς θες να μπώ σ' αυτή τη στάνη;
οι στέγες μού έρχουνται ώς τους ώμους
κι όσο μακριά και να κοιτάξω
βλέπω γονατιστούς ανθρώπους
λες κάνουνε την προσευχή τους.

― Παλιέ μου φίλε δε μ' ακούς;
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις
το σπίτι σου είναι αυτό που βλέπεις
κι αυτή την πόρτα θα χτυπήσουν
σε λίγο οι φίλοι κι οι δικοί σου
γλυκά να σε καλωσορίσουν.

― Γιατί είναι απόμακρη η φωνή σου;
σήκωσε λίγο το κεφάλι
να καταλάβω τί μου λες
όσο μιλάς τ' ανάστημά σου
ολοένα πάει και λιγοστεύει
λες και βυθίζεσαι στο χώμα.

― Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγά-σιγά θα συνηθίσεις 
η νοσταλγία σού έχει πλάσει
μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους
έξω απ' τη γης κι απ' τους ανθρώπους.

― Πια δεν ακούω τσιμουδιά
βούλιαξε κι ο στερνός μου φίλος
παράξενο πώς χαμηλώνουν
όλα τριγύρω κάθε τόσο
εδώ διαβαίνουν και θερίζουν
χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: