Μια μπαλάντα για τη Ρεβέκκα

Ένα πρόγραμμα φιλαναγνωσίας ξεκίνησε φέτος στο σχολείο μας με στόχο να φέρουμε τα παιδιά κοντά στο βιβλίο.  Η αρχή έγινε με το βιβλίο της Μαρούλας Κλιάφα "Μια μπαλάντα για τη Ρεβέκκα". Ανάγνωση στην τάξη, στοχευμένες δραστηριότητες που κινητοποιούν το διάλογο του μαθητή με το κείμενο και απώτερος στόχος να συνατήσουμε τη συγγραφέα του βιβλίου και να μιλήσουμε μαζί της.



Υπόθεση του βιβλίου
Ξημέρωμα 28ης Οκτωβρίου 1940. Η Ρεβέκκα, μια νεαρή εβραιοπούλα, χάνει την πρώτη μέρα του πολέμου, εξαιτίας μιας αμυγδαλίτιδας, και παίρνει μια σημαντική απόφαση: να είναι παρούσα σε όλες τις μεγάλες στιγμές που έρχονται. Την εφηβεία της σημαδεύουν διάφορα γεγονότα, ευχάριστα και δυσάρεστα, συνθήματα και διαδηλώσεις, φιλίες και προδοσίες, νεανικά χτυποκάρδια, όνειρα και επώδυνοι αποχωρισμοί.
Τα πρόσωπα που κινούνται γύρω από την ηρωίδα, η τραγική Ελένη-Εσθήρ, ο ξεπεσμένος γαιοκτήμονας Χριστόφορος, ο ιδεαλιστής Αντρίκος, ο δωσίλογος Εμμανουήλ, ο καπετάν Κόζιακας, ο τρυφερός και ταλαντούχος Κωνσταντίνος και πολλοί άλλοι, ζωντανεύουν την πιο σκληρή και συνάμα ηρωική εποχή της νεότερης ιστορίας μας, φέρνοντας στο προσκήνιο γεγονότα άγνωστα σε πολλούς.
Ένα βιβλίο μυθοπλασίας που διατρέχει την Κατοχή, περιγράφοντας ταυτόχρονα το εσωτερικό ταξίδι της ηρωίδας προς την ενηλικίωση. Ένα βιβλίο που με την πλοκή του θα συναρπάσει και με την αλήθεια του θα συγκινήσει όχι μόνο τους έφηβους αλλά και τους ενήλικους αναγνώστες.


Μια μπαλάντα για τη Ρεβέκκα

της Ελένης Σαραντίτη
Το καινούργιο βιβλίο, μυθιστόρημα, της Μαρούλας Κλιάφα απευθύνεται στους εφήβους αναγνώστες μα και στους ενηλίκους. Πρόκειται για ενδιαφέρον βιβλίο, ψυχογράφημα μάλλον της νεαρής Εβραίας ηρωίδας του –Ρεβέκκα το όνομά της– αλλά και καταγραφή και περιγραφή σημαντικών γεγονότων από τα εξουθενωτικά και καταστρεπτικά για το λαό μας χρόνια της Κατοχής. Σελίδες εξομολογητικές, μερικές φορές κελαρύζουν από το πνεύμα της αθωότητας και της καθαρής, ασκίαστης ματιάς της Ρεβέκκας, κι άλλοτε σπαρταρούν από τη θλίψη, την αγωνία, τη δυστυχία και το πένθος που πάντοτε συσσωρεύονται και επικάθονται βίαια σε μια κατακτημένη χώρα – παρά τις εστίες αντίστασης, παρά το υψηλό φρόνημα των κατοίκων. Ο κατακτημένος είναι ανίσχυρος και διπλά και τριπλά ταπεινωμένος όταν έχει μικρά παιδιά ή ηλικιωμένους που προσβλέπουν σ’ αυτόν. Τότε κατακυριεύεται. Οι μνήμες από την Κατοχή είναι νωπές ακόμη και οι πληγές, για μέρος της κοινωνίας μας, δεν έχουν ακόμη επουλωθεί. Εξάλλου από δοκιμασίες γνωρίζει ο λαός μας. Εξακολουθητικές σήμερα…
«Αν και ως παιδί είχα ζήσει και γνωρίζω από πρώτο χέρι την ατμόσφαιρα εκείνης της περιόδου, χρειάστηκε να κάνω μια μεγάλη και σε βάθος έρευνα…» γράφει στον πρόλογό της η γνωστή συγγραφέας, γέννημα θρέμμα Τρικαλινή, κι εδώ έχω να παρατηρήσω με ειλικρίνεια ότι το όνομα της Κλιάφα είναι συνώνυμο της έρευνας. Αλλά αυτό είναι γνωστό σε όλους, νομίζω. «Μελέτησα τις εφημερίδες της εποχής, αναζήτησα ιστορικές πηγές, συνέλεξα μαρτυρίες και έψαξα στο διαδίκτυο για να βρω πληροφορίες για τον πολιτισμό, τις γιορτές και τις διατροφικές συνήθειες των Εβραίων. Τις πληροφορίες αυτές αργότερα μου τις επιβεβαίωσαν φίλοι Ισραηλίτες…»
Στις εξαιρετικά χρήσιμες και σοβαρές σημειώσεις της, η συγγραφέας μάς πληροφορεί ότι το 1506 στα Τρίκαλα κατοικούσαν περίπου 90 Εβραίοι, στην περίοδο του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς εγκαταστάθηκαν σταδιακά περισσότεροι, ενώ το 1940 οι Εβραίοι των Τρικάλων ανέρχονταν σε 346. Η συνοικία όπου έμεναν εκτεινόταν στο κέντρο της πόλης. Είχαν άνετα νοικοκυριά, καλές και ενωμένες οικογένειες, διατηρούσαν άριστες σχέσεις με τους Έλληνες, συχνά έκαναν και μεικτούς γάμους.
Παιδί ενός μεικτού γάμου και μιας μεγάλης αγάπης είναι και η Ρεβέκκα. Χριστιανή η καθηγήτρια πιάνου μητέρα της, Εβραίος ο λογιστής πατέρας της. Ένας μικρότερος αδελφός, παππούδες, γιαγιάδες, θείοι και θείες, ξαδέλφια, φαμίλια πολυπληθής, ζωηρή, κοινωνικότατη. «Κάποιες φορές, το γεγονός ότι είμαι μισή Χριστιανή και μισή Εβραία με κάνει να νιώθω λιγάκι ξεκρέμαστη…» εξομολογείται η κοπέλα στην εκτενή αφήγηση και σε ορισμένες σελίδες του ημερολογίου της, όπου στηρίζεται όλο το έργο, αλλά «Διαβάζω με το ίδιο ενδιαφέρον τόσο την Παλαιά όσο και την Καινή Διαθήκη».
Ας σημειώσουμε, ωστόσο, ότι η Ρεβέκκα ξεκινά τη διήγηση περιγράφοντας τα γεγονότα και τις πρώτες αντιδράσεις των συμπολιτών της όταν πληροφορήθηκαν από το ραδιόφωνο την κήρυξη του πολέμου αφού προηγουμένως, εν συντομία, μιλά για τον εαυτό της και την οικογένειά της. Η φράση «Νυν υπέρ πάντων ο αγών» του Μεταξά προκάλεσε, όπως είναι γνωστό, μεγάλο ενθουσιασμό, ελπίδες και έξαρση. Η στράτευση –και του πατέρα–, οι πρώτες νίκες, οι πρώτες απώλειες, οι πρώτες στερήσεις, ο συναγερμός, οι ελλείψεις στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας, τα κρυοπαγήματα και τα κομμένα μέλη, οι επιτάξεις, οι έρανοι, οι Γερμανοί. «Αυτός ο Απρίλης θα είναι ο πιο θλιμμένος Απρίλης που έχω ζήσει», μονολογεί η ηρωίδα μας και ο παππούς της: «Φοβάμαι πως δεν θα αντέξουμε». Τραντάζεται συθέμελα το σπίτι μες στη νύχτα κι ο μικρός αδελφός μες στον ύπνο του: «Ο ουρανός βρέχει βόμβες», ψιθυρίζει. Αεροπλάνα πάνω απ’ την πόλη, πυρκαγιές, το ξεπούλημα των τιμαλφών, ο βομβαρδισμός, η ισοπέδωση μέρους της πόλης, το πλιάτσικο, ο θάνατος, το σύμφωνο συνθηκολόγησης, η μέρα κατά την οποία οι Γερμανοί κατέλαβαν την όμορφη και ήδη καταταλαιπωρημένη πόλη των Τρικάλων. Τέλος, η φυγή όσων οικογενειών μπόρεσαν σε τόπους ασφαλέστερους. Ανάμεσά τους και αυτή της Ρεβέκκας. Παρέμειναν έως ότου σταματήσουν οι βομβαρδισμοί και πήραν το δρόμο της επιστροφής για τη σκλαβωμένη πόλη μέσα από τις ευωδιές και τα χρώματα της ανοιξιάτικης γης. Η επιστροφή του πατέρα από το μέτωπο – παιδεμένος, αγνώριστος. Η πείνα. Ο αφόρητος χειμώνας. «Το χιόνι μάς σκέπασε σαν σάβανο», παραπονιέται ο πατέρας. Το αντάρτικο. Μα και οι φιλίες και –τι φυσικότερο και ωραιότερο;– τα φλερτ. Και η Ρεβέκκα; «Από χθες το βράδυ είμαι Επονίτισσα», καμαρώνει. Αλλά «Χθες είχα τα γενέθλιά μου. Μπήκα στα δεκατέσσερα. Κανείς δεν θυμήθηκε πως γιορτάζω», πικραίνεται το κορίτσι. Και ο Εβραίος παππούς: «Βρισκόμαστε στον πάτο του πηγαδιού», μουρμουρίζει κάθε τόσο. Ο γιος του ύστερα από λίγο βγήκε στο βουνό. Και αργότερα, σε μπλόκο στην εβραϊκή συνοικία οι Γερμανοί συνέλαβαν τη γυναίκα του και τον μικρούλη τους, τον Οβαδία. «Η μαμά;» αγωνιούσε η Ρεβέκκα. «Πρέπει να φανείς γενναία», της αποκρίθηκαν. Ο κόσμος πυρπολημένος. Το ίδιο και η ψυχή της…
Η Μαρούλα Κλιάφα συντηρεί μνήμες μέσα από ένα καλό, σπαρταριστό, κάποτε σπαρακτικό, εντέλει πιστό στη ζωή νεανικό μυθιστόρημα. Η μνήμη! Τι ιερότερο και ωραιότερο για τον άνθρωπο! Βεβαίως και για τις πατρίδες. Εξάλλου η συγγραφέας, η πιστή της έρευνας, δεν είναι πρώτη φορά που ανακαλεί και στέγει μνήμες. Ας θυμηθούμε τις Γυναίκες της γης, τους Μύθους και θρύλους της Θεσσαλίας, το Ας παίξουμε πάλι (σε συνεργασία με τη Ζωή Βαλάση), τα Παραμύθια της Θεσσαλίας, το έργο Τρίκαλα, από τον Σεϊφουλλάχ ως τον Τσιτσάνη, κ.ά. Στο μυθιστόρημα, όμως, Μια μπαλάντα για τη Ρεβέκκα, στεκόμαστε και στις άφθονες και ικανοποιητικές πληροφορίες που αφορούν τον εβραϊκό πληθυσμό μιας ακμάζουσας ελληνικής πόλης σε χρόνους τόσο κοντινούς, αλλά και τόσο μακρινούς. Επίσης, οι πληροφορίες και οι περιγραφές για το μέτωπο, για την αντίσταση, για τους διωγμούς και τα δεινά που υφίσταται ο κατακτημένος, για την αθέατη ελπίδα, την ορατή και καλπάζουσα φρίκη, για την πλήρη διάλυση της Πολιτείας, αλλά και για τη ζωή που επιμένει, είναι, όλες, πολύ ενδιαφέρουσες. Και μας αφορούν. Πολύ περισσότερο δε τους νέους μας, στους οποίους οφείλουμε να κληροδοτήσουμε, ο καθένας από το πόστο του βέβαια, μνήμες και γνώσεις, αγώνες και αισθήματα, κόπους, αστοχίες αλλά και νέα ξεκινήματα, με δυο λόγια την πατρίδα της καρδιάς μας. 

Πηγή:  http://diastixo.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=503:reveka&catid=48:efivika&Itemid=97

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΡΑΨΩΔΙΑ Ζ 369-529

Ευριπίδη Ελένη-Β επεισόδιο, 4η σκηνή

Η ΑΝΝΑ ΤΟΥ ΚΛΗΔΟΝΑ