Το να ξεστομίζεις μια λέξη είναι σαν να χτυπάς μια νότα στο πληκτρολόγιο της φαντασίας.
Για όσα δεν μπορείς να μιλήσεις πρέπει να σωπαίνεις.

Ludwig Wittgenstein

Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2015

Στην εποχή του τσιμέντου και της πολυκατοικίας


ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΤΣΙΜΕΝΤΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑΣ, ΜΑΡΙΑ ΙΟΡΔΑΝΙΔΟΥ


Η συγγραφέας

Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1897 και πέθανε στην Αθήνα το 1989.Έζησε στη Ρωσία, στην Κωνσταντινούπολη, στην Αλεξάνδρεια, στην Αθήνα. Οι συνεχείς μετακινήσεις και τα δύσκολα χρόνια δεν της επέτρεψαν να αποκτήσει πανεπιστημιακή μόρφωση. Γνώριζε όμως τρεις ξένες γλώσσες που τη βοήθησαν να εργαστεί ως τα εξήντα της χρόνια. Στη συγγραφή στρέφεται σε μεγάλη ηλικία(1962) . Έργα της: Λωξάντρα, Διακοπές στον Καύκασο, Σαν τα τρελά πουλιά, Στου κύκλου τα γυρίσματα, Η αυλή μας. Τα έργα της χαρακτηρίζονται από αμεσότητα, απλότητα, παραστατικότητα. Η συγγραφέας αντιμετωπίζει τα πράγματα με κριτικό και παρατηρητικό τρόπο.



Ενότητα 1η   : Η τυποποίηση της ζωής στις σύγχρονες πολυκατοικίες

( Ζούμε………στον τοίχο)

Το απόσπασμα ξεκινά με τη διαπίστωση της αφηγήτριας ότι η εποχή μας είναι η εποχή του τσιμέντου και των πολυκατοικιών. Η ίδια ζει σε ένα διαμέρισμα μιας πολυκατοικίας και με αφορμή το δικό της χώρο κάνει κάποιες γενικές παρατηρήσεις για το σύγχρονο, αστικό τρόπο ζωής. Η
αφηγήτρια δίνει μια λεπτομερή περιγραφή των σύγχρονων διαμερισμάτων που είναι άχαρα και στα οποία ο ένοικος δεν μπορεί να βάλει το προσωπικό του στοιχείο καθώς όλα είναι προαποφασισμένα από τον κατασκευαστή. Το σύγχρονο διαμέρισμα δεν διαθέτει την «κόχη», δηλαδή τη γωνιά του σπιτιού , που θα είναι ο προσωπικός χώρος της νοικοκυράς, εκεί όπου θα πίνει τον καφέ της και θα απολαμβάνει τη ζεστασιά του σπιτιού. Μια νοικοκυρά δεν μπορεί να δεθεί με ένα τέτοιο σπίτι, να το νιώσει δικό της και να το αγαπήσει. Η συγγραφέας καυτηριάζει τον νέο τρόπο οικοδόμησης της κατοικίας  και το απρόσωπο στοιχείο των νέων κατοικιών που οι άνθρωποι τις αγοράζουν αλλά τις νιώθουν ξένες. Το β πρόσωπο αντικαθιστά το γ και δηλώνει ότι αυτά ισχύουν για όλους.

Η αφηγήτρια είναι ευαίσθητη και ψυχικά δεμένη με ένα παλιό τρόπο ζωής και έχει αρνητικά συναισθήματα για το σύγχρονο τρόπο ζωής.
                                                                                                                          (Σπύρος Βασιλείου)

Ενότητα 2η : Οι δυσκολίες της συγκατοίκησης

(Αλλάζουν…….ένας τοίχος)

Στα σύγχρονα διαμερίσματα αλλάζουν και οι άνθρωποι και αλλοτριώνονται, χάνουν την ανθρωπιά τους. Γίνονται τυπικοί, απόμακροι, καχύποπτοι, κλείνονται στον εαυτό τους, αδιαφορούν για τους γύρω τους.

«Οι Ρωμιοί έχασαν τη Ρωμιοσύνη τους»: οι Έλληνες αλλοιώθηκαν και έχασαν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της φυλής τους δηλαδή τη φιλική τους διάθεση, την ανθρωπιά, τη φιλόξενη διάθεση, τη ζεστασιά, την ευγένεια, το χαμόγελο, τη διάθεση για επικοινωνία, για παρέα με φίλους και γείτονες.

Η αφηγήτρια παρουσιάζει ένα άλλο χαρακτηριστικό των σύγχρονων διαμερισμάτων που είναι πολύ ενοχλητικό για τους ενοίκους: οι θόρυβοι που ακούγονται από τα διπλανά διαμερίσματα.    Η συγγραφέας χρησιμοποιεί την ειρωνεία και τις ηχητικές εικόνες για να δείξει τις δύσκολες συνθήκες διαβίωσης σε μια πολυκατοικία.



Ενότητα 3η : Η ζωή στο διπλανό διαμέρισμα της αφηγήτριας

(Από το λουτροκαμπινέ ……και ησυχάσαμε)

Η αφηγήτρια αναφέρεται στη ζωή της οικογένειας του διπλανού διαμερίσματος την οποία γνωρίζει με λεπτομέρειες. 
(Σπύρος Βασιλείου)


Η αφηγήτρια ενδιαφέρεται πολύ για το παιδί του διπλανού διαμερίσματος και προσπαθεί να παρέμβει και να συμβουλεύσει τη μητέρα του. Μάλιστα φτάνει στο σημείο να παρέμβει δραστικά και να κλοτσήσει τη πόρτα για να επικρίνει τη μητέρα για την λανθασμένη και αντιπαιδαγωγική της συμπεριφορά απέναντι στο παιδί της. Οι αντιδράσεις της φανερώνουν έναν άνθρωπο  ευαίσθητο στο θέμα της διαπαιδαγώγησης των παιδιών, έναν άνθρωπο που έχει παιδεία και γνωρίζει την παιδική  ψυχολογία. Δεν έχει αλλοτριωθεί στη σύγχρονη πόλη που ζει, έχει διατηρήσει την ευαισθησία της και το ενδιαφέρον της για τους άλλους ανθρώπους. Επίσης δείχνει να είναι μια γυναίκα δυναμική, που δεν έχει παραιτηθεί από τη ζωή, έχει τη δική της άποψη και θέλει να τη διατυπώνει έστω και αν είναι μια ηλικιωμένη γυναίκα.            
                                                                                     Κώστας Γραμματόπουλος, «Πειραιάς»


Η αφηγήτρια βρίσκει την ευκαιρία να σχολιάσει και κάποια άλλα προβλήματα που απορρέουν από το σύγχρονο τρόπο ζωής. Οι γονείς αναγκάζονται να περνούν πολλές ώρες μακριά από το σπίτι, γιατί πρέπει να εργαστούν και δεν έχουν μια ποιοτική επαφή με τα παιδιά τους. Το πρόγραμμα της οικογένειας είναι τυπικό και μονότονο και η ρουτίνα φαίνεται να δημιουργεί προβλήματα και εντάσεις  μέσα στο σπίτι. Ο πατέρας μάλλον απουσιάζει διαρκώς από το σπίτι και η μητέρα δεν έχει το χρόνο ή τη διάθεση να ασχοληθεί με το παιδί της. Το ζευγάρι πηγαίνει μόνο του για διακοπές αφήνοντας το παιδί στη γιαγιά. Τα μέλη της οικογένειας αποξενώνονται και τα παιδιά εξαγριώνονται και οδηγούνται σε βίαιες και νευρωτικές συμπεριφορές. Ο κλονισμός του θεσμού της οικογένειας είναι φανερός.
(Νίκος Μάρκου, Αθήνα)




Η αφηγήτρια

Η αφήγηση είναι πρωτοπρόσωπη. Ομοδιηγητική αφηγήτρια είναι η ίδια η συγγραφέας, που ηλικιωμένη πια, ζει σε μια πολυκατοικία. Η εστίαση είναι εσωτερική. Στο απόσπασμα υπάρχει αφήγηση, περιγραφή, διάλογος.



Γλώσσα

Η γλώσσα είναι απλή , δημοτική και είναι πολύ κοντά  στην προφορική ομιλία των απλών ανθρώπων. Μοιάζει να κάνει διάλογο με ένα υποθετικό πρόσωπο. Υπάρχουν οπτικές και ακουστικές εικόνες, επαναλήψεις και μεταφορές.



Ύφος

Είναι απλό, λιτό, χωρίς πολλά σχήματα λόγου. Είναι άμεσο και εξομολογητικό , καθώς η αφηγήτρια σε α πρόσωπο καταγράφει τις σκέψεις και τα συναισθήματα της. Είναι ζωντανό και παραστατικό,, χάρη στη λεπτομερή περιγραφή του σύγχρονου διαμερίσματος και χάρη στους διαλόγους που διακόπτουν την  αφήγηση. Είναι επίσης ειρωνικό και  χιουμοριστικό καθώς η συγγραφέας επιλέγει με χιούμορ και σαρκασμό απορρίπτει το σύγχρονο τρόπο ζωής.






Από την Πόλη στην τσιμεντούπολη


Μνημονεύοντας τη Μαρία (Λωξάντρα) Ιορδανίδου


«Ζούμε στην εποχή του τσιμέντου και της πολυκατοικίας. Κι εγώ τώρα κάθουμαι σε μια πολυκατοικία. Εχω ένα εσωτερικό δυάρι στον τρίτο όροφο. Εσωτερικά τα λένε τώρα τα διαμερίσματα που δεν βλέπουν στο δρόμο αλλά στην αυλή. Μα και η αυλή πια δε λέγεται αυλή αλλά ακάλυπτος χώρος».
Ετσι αρχίζει η Μαρία Ιορδανίδου το βιβλίο της «Η αυλή μας» - το τελευταίο της, που κυκλοφόρησε το 1981 (Βιβλιοπωλείον της «Εστίας»). Οχτώ χρόνια αργότερα, στις 7 Νοεμβρίου 1989 -ακριβώς πριν από 20 χρόνια- έφευγε από τη ζωή, στα 92 της. «Την έζησα αν θέλει ο Θεός τη ζωή μου», γράφει προς το τέλος του ίδιου βιβλίου. «Την έζησα και τη γλέντησα. Γλέντησα ακόμα και τις τραγικές της στιγμές, γιατί η κάθε τραγωδία έχει και την κωμική της πλευρά και αυτή η κωμική της πλευρά δεν μου διέφευγε».
Συγγραφέας στα 66 της
Της «Αυλής» είχαν προηγηθεί τα βιβλία της: «Λωξάντρα», «Διακοπές στον Καύκασο», «Σαν τα τρελά πουλιά» (κι αυτά από το Βιβλιοπωλείον της «Εστίας»), όλα με πολλές εκδόσεις και πολυδιαβασμένα, ενώ η «Λωξάντρα» και το «Σαν τα τρελά πουλιά» έγιναν τηλεοπτικές σειρές.
Η «Λωξάντρα» που, επιπλέον, έγινε γαστριμαργική φίρμα, πρωτοκυκλοφόρησε το 1963, αλλά πέρασε σχεδόν απαρατήρητη. Η Ελλη Αλεξίου ήταν από τους ελάχιστους που το πρόσεξαν, σε κριτική της στην εφημερίδα «Δημοκρατική Αλλαγή». Βιβλίο και συγγραφέας ακούστηκαν μετά τη δικτατορία, όταν τιμήθηκε με το Χρυσό Σταυρό και το οφίκιο της Αρχόντισσας του Οικουμενικού Θρόνου. Και ήταν φυσικό να τιμηθεί από το Πατριαρχείο, αφού το βιβλίο της αναφέρεται στον ελληνισμό της Πόλης (όπου γεννήθηκε και η ίδια), πριν φυσικά σφαγιαστεί και διωχθεί από τους Τούρκους.
Εν πολλοίς αυτοβιογραφική η «Λωξάντρα», όπως άλλωστε και τα κατοπινά, ταυτίστηκε με τ' όνομα της Ιορδανίδου, μολονότι επρόκειτο για τη γιαγιά της. Το 'γραψε όταν ήταν 66 ετών, καθώς πριν η ζωή της ήταν γεμάτη βιοπάλη. «Οταν εργάζεσαι δεκάξι και δεκαοχτώ ώρες το εικοσιτετράωρο, όταν έχεις να μεγαλώσεις δυο παιδιά και μια μητέρα γριά, δεν σου μένει καιρός ανάσα να πάρεις - τι να γράψω μου λες!».
Ξεκίνησε τη «Λωξάντρα», «σαν ατζαμής, στα γηρατειά μου, και δεν ήξερα πώς ν' αρχίσω! Το 'παθα κι εγώ σαν τα παιδιά του σχολείου. Ο άντρας μου ήταν δάσκαλος και το είχε καημό που τα παιδιά δυσκολευόντουσαν να γράψουν έκθεση. "Γιατί, παιδί μου, δεν μπορείς να γράψεις;". "Δεν μπορώ ν' αρχίσω, κύριε, την αρχή δεν ξέρω!". "Ωραία, τότε θα σου δώσω μια συμβουλή: μην αρχίσεις από την αρχή, άρχισε από τη μέση". Λοιπόν, ακολούθησα τη συμβουλή του άντρα μου. Επιασα τη Λωξάντρα από τη μέση και την έβγαλα γριά στην πρώτη σελίδα. Ετσι έγινε η Λωξάντρα. Υστερα απ' αυτό μερακλώθηκα κι ήθελα να γράψω κι άλλο!»
Είναι από την πρώτη συνέντευξη που της είχα πάρει για την «Ε», στις 22 Οκτωβρίου 1979 (γιατί ακολούθησαν κι άλλες, μαζί μ' ένα τηλεοπτικό πορτρέτο στην εκπομπή «Παρασκήνιο», με σκηνοθέτη τον Λάκη Παπαστάθη). Την επισκεπτόμουν, στο διαμερισματάκι της στη Ν. Σμύρνη, όχι μόνο ως δημοσιογράφος, αλλά και ως φίλος και θαυμαστής. Ηταν από τις θηλυκές «γκουρού» που είχα επιλέξει, καθώς χαιρόμουν τη ζωντάνια, την αισιοδοξία, το χιούμορ, τα τραταρίσματά της.
Γίναμε αγγλοπρεπείς
Τη μνημονεύω, λοιπόν, σήμερα, κυρίως με κάποια ψήγματα από την «Αυλή μας», που αναφέρεται στη διαβίωσή της σε μια αθηναϊκή πολυκατοικία. Κι ας προσθέσω ότι το βιβλίο αυτό το έγραψε στα 84 της. Και καθώς πια δεν καλόβλεπε, το έγραψε με μαρκαδόρο: «Οσο περνάνε τα χρόνια, τόσο μεγαλώνω τα γράμματα!».
Γράφει: «Αλλάζουν οι καιροί, αλλάζουν και οι άνθρωποι. Μέσα στις πολυκατοικίες οι άνθρωποι γίνανε αγγλοπρεπείς. Βλέπεις κάποιον στη σκάλα ή στο ασανσέρ και δε σε χαιρετά. Στέκεται μπροστά σου σαν κολώνα πάγου, φοβάσαι να τον χαιρετήσεις κι εσύ. Δεν ξέρεις καλά καλά, συγκάτοικος είναι ή ξένος. Εχασαν οι Ρωμιοί τη ρωμιοσύνη τους».
Η εικόνα άλλαξε κάπως με τους σεισμούς του 1981: «Απ' τη στιγμή που άρχισαν οι σεισμοί, οι πολυκατοικίες της αυλής χάσανε την αγγλοπρέπειά τους. Οι άνθρωποι ξανάγιναν Ρωμιοί. Αρχισαν να χαιρετιούνται χωρίς να έχουν συστηθεί. Αργά και πού αρχίσανε μικροβεγγέρες». Εννοείται πως όταν πέρασε η φούρια του σεισμού οι περίοικοι ξανάγιναν... αγγλοπρεπείς.
Στο τέλος του βιβλίου δηλώνει και τις τελευταίες επιθυμίες της: Να μη μαυροφορεθεί κανείς. Ούτε στεφάνια. Οποιος θέλει, να δώσει το αντίτιμο στον δήμαρχο Ν. Σμύρνης υπέρ της υπηρεσίας απορριμμάτων. «Ακόμα να μη με κλάψετε καθόλου, αν μπορείτε. Τα κλάματα δεν χρειάζονται όταν ο θάνατος είναι φυσιολογικός».

Πηγή:  http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=99355

Δεν υπάρχουν σχόλια: