Το να ξεστομίζεις μια λέξη είναι σαν να χτυπάς μια νότα στο πληκτρολόγιο της φαντασίας.
Για όσα δεν μπορείς να μιλήσεις πρέπει να σωπαίνεις.

Ludwig Wittgenstein

Κυριακή, 17 Ιανουαρίου 2016

Πρώτες ενθυμήσεις, Πηνελόπη Δέλτα

Η "σιωπή" της Πηνελόπης Δέλτα

http://tvxs.gr/news/

Απρίλης 1941. Στις 27 Απριλίου, τα γερμανικά στρατεύματα μπαίνουν στην Αθήνα και η Πηνελόπη Δέλτα μπαίνει στη λίστα με τους «ιδανικούς αυτόχειρες». Παίρνει δηλητήριο και πέντε μέρες, στις 2 Μαΐου, αργότερα ξεψυχάει αφήνοντας ένα λιτό σημείωμα για τα παιδιά της.
«Παιδιά μου, ούτε παπά, ούτε κηδεία. Παραχώστε με σε μια γωνιά του κήπου, αλλά μόνο αφού βεβαιωθείτε ότι δεν ζω πια. Φροντίστε τον πατέρα σας. Τον φιλώ σφιχτά. Π.Σ. Δέλτα».
Στην ταφή της, στον κήπο της Κηφισιάς, ιερουργεί μόνος ο παλιός φίλος Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος. Επάνω στον τάφο της χαράχτηκε μόνο η λέξη «Σιωπή». 
Όσοι έχουν διαβάσει τον «Τρελαντώνη» δεν μπόρεσαν παρά να αναγνωρίσουν στη αδερφή του, τη μικρή Πουλουδιά, μία από τις πιο σημαντικές Ελληνίδες συγγραφείς, την Πηνελόπη Δέλτα.
Γεννήθηκε το 1874 στην Αλεξάνδρεια κι ήταν το τρίτο παιδί του Εμμανουήλ Μπενάκη και της Βιργινίας Χωρέμη. Είχε δύο μεγαλύτερα αδέλφια, την Αλεξάνδρα και τον Αντώνη, το γνωστό «Τρελαντώνη» του ομώνυμου βιβλίου της. Μετά τη γέννησή της ακολούθησαν άλλα τρία παιδιά, ο Κωνσταντίνος (που πέθανε σε ηλικία 2 ετών), ο αγαπημένος της αδερφός Αλέξανδρος που σκοτώθηκε πέφτοντας από το άλογο σε αγώνα πόλο κι η Αργίνη.
Η οικογένεια μετακόμισε προσωρινά στην Αθήνα το 1882, όπου η Πηνελόπη παντρεύτηκε τον πλούσιο Φαναριώτη βαμβακέμπορο Στέφανο Δέλτα. Μαζί του απέκτησε τρεις κόρες: τη Σοφία (μετέπειτα Μαυροκορδάτου), τη Βιργινία (μετέπειτα Ζάννα) και την Αλεξάνδρα (μετέπειτα Παπαδοπούλου). Πρόκειται ωστόσο για ένα γάμο που εξυπηρετεί κυρίως οικονομικά συμφέροντα. Ωστόσο, ο Στέφανος Δέλτα θα επηρεάσει την πνευματική της κυρίως εξέλιξη καθώς θα τη φέρει σε επαφή με πρωτοπόρους της εποχής και δημοτικιστές.
Τον αληθινό έρωτα πάντως η Πηνελόπη Δέλτα θα τον γνωρίσει επιστρέφοντας το 1905 στην Αλεξάνδρεια. Πρόκειται για τον Ίωνα Δραγούμη, υποπρόξενο της Ελλάδας στην Αλεξάνδρεια. Ο έρωτας είναι αμοιβαίος και παράφορος. Ωστόσο, πλατωνικός. Η ίδια τον βιώνει μαρτυρικά και τον περιγράφει με τρόπο που ξεπερνά την ίδια την τέχνη του λόγου σε χειρόγραφες σελίδες μέρος των οποίων έχει σωθεί.
Μην μπορώντας να αντιταχθεί στις κοινωνικές συμβάσεις, κάνει δύο διαδοχικές απόπειρες αυτοκτονίας και ομολογεί τον έρωτά της στον άνδρα της με την ελπίδα να μείνει ελεύθερη. Το τέλος μέσα της θα έρθει το 1912 όταν ο Ίωνας Δραγούμης θα συνδεθεί ερωτικά με τη Μαρίκα Κοτοπούλη. Από τότε, η Πηνελόπη Δέλτα θα ντυθεί στα μαύρα, μέχρι το τέλος της ζωής της.


Στη δύσκολη προσωπική περίοδο που διανύει αρχίζει η άνθιση της συγγραφικής της πορείας. Το 1909 δημοσιεύει το πρώτο της διήγημα στον «Λαό» της Πόλης. Την ίδια χρονιά εκδίδεται και το πρώτο της παιδικό μυθιστόρημα «Για την Πατρίδα». Λίγο αργότερα τελειώνει τον «Καιρό του Βουλγαροκτόνου».
H επανάσταση στο Γουδί και η απογοήτευσή της από τη στάση του Κωνσταντίνου την ωθούν να γράψει το «Παραμύθι χωρίς όνομα», ένα από τα ωραιότερα μυθιστορήματά της. Τα έργα της μπορούν να χωριστούν σε τρεις κατηγορίες. Τα παραμύθια («Παραμύθι χωρίς όνομα» (1910) και η συλλογή «Παραμύθια και άλλα» (1915), τα ιστορικά («Για την Πατρίδα» (1909) και «Τον καιρό του Βουλγαροκτόνου» (1911), «Η ζωή του Χριστού» (1925), «Τα μυστικά του Βάλτου» (1937), «Μάγκας» (1935) και τα αυτοβιογραφικά («Ταξιδιωτικό ημερολόγιο του 1901», «Πολιτικό ημερολόγιο (1917-1933)», «Προσωπικό ημερολόγιο, Turis Eburnea» (1917-1941), «Πρώτες Ενθυμήσεις», «Αναμνήσεις 1899», «Αναμνήσεις 1921», «Αναμνήσεις 1940», «Ο Ίων Δραγούμης».

Το 1916 οι Δέλτα εγκαθίστανται οριστικά στην Κηφισιά. Η χρονιά αυτή σημαδεύεται από σημαντικές πολιτικές εξελίξεις: τα «Νοεμβριανά». Ο πατέρας της Εμμανουήλ Μπενάκης, δήμαρχος Αθηναίων από το 1914, συλλαμβάνεται. Η Δέλτα καταστρέφει το πρώτο πολιτικό της ημερολόγιο κι αρχίζει να το συμπληρώνει από την επόμενη χρονιά με την περιγραφή των «Νοεμβριανών». Ταυτόχρονα αρχίζει να γράφει το πολύ προσωπικό της ημερολόγιο, το «Τuris Εburnea», όπου καταγράφει τις πιο ενδόμυχες σκέψεις της και περιλαμβάνει κομμάτια του ημερολογίου και των γραπτών του Ίωνα Δραγούμη.
Το 1920 η τραγική εμπειρία της δολοφονίας του Ίωνα Δραγούμη από βενιζελικούς θα κοστίσει στη Δέλτα. Πέντε χρόνια αργότερα θα παραλύσει και θα καθηλωθεί στην καρέκλα. Θα φύγει δεκαέξι χρόνια αργότερα αφήνοντας πίσω της ένα τεράστιο λογοτεχνικό έργο.
Ιδιαίτερα τα παιδικά της βιβλία θεωρούνται κλασικά, βρίθουν ιστορικών στοιχείων και έχουν μεγαλώσει γενιές και γενιές. «Κάμνω τα δυνατά μου να πω του Ελληνόπαιδου μερικά ιστορικά γεγονότα που δεν μπορεί να μάθει αλλού» έγραφε η ίδια στον Κωστή Παλαμά.

Πηγή:  http://tvxs.gr/news/%CF%83%CE%B1%CE%BD-%CF%83%CE%AE%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B1/%CE%B7-%C2%AB%CF%83%CE%B9%CF%89%CF%80%CE%AE%C2%BB-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%80%CE%B7%CE%BD%CE%B5%CE%BB%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%82-%CE%B4%CE%AD%CE%BB%CF%84%CE%B1 

Πρώτες Ενθυμήσεις
Το κείμενο είναι απόσπασμα από το αυτοβιογραφικό έργο της Πηνελόπης Δέλτα.

Με τον όρο «αυτοβιογραφία» χαρακτηρίζουμε συνήθως ένα συνεχές αφηγηματικό κείμενο, στο οποίο ένας άνθρωπος γράφει ο ίδιος την ιστορία της ζωής του (ή ενός μέρους της). Η αυτοβιογραφία πρέπει να διακρίνεται απ΄ τα «απομνημονεύματα», όπου πάνω απ΄ όλα δίνεται έμφαση στη συμμετοχή του συγγραφικού υποκειμένου σε σημαντικά ιστορικά γεγονότα της εποχής του (π.χ. τα απομνημονεύματα των πολεμιστών του 1821, εκτός του ότι δεν είναι πάντα γραμμένα από τους ίδιους, δεν αναφέρονται τόσο στη ζωή των ηρώων αυτών όσο στη συμμετοχή τους στον Αγώνα για την ανεξαρτησία).

Επίσης με την αυτοβιογραφία συγγενεύει και το «ημερολόγιο», με τη διαφορά ότι το τελευταίο είναι ένα κείμενο χωρίς ιδιαίτερη συνοχή, που συνήθως γράφεται με μικρή ή μηδαμινή χρονική απόσταση από τα συμβάντα που καταγράφει. Η αυτοβιογραφία, αντίθετα, στις περισσότερες περιπτώσεις γράφεται σε χρόνο αρκετά μεταγενέστερο από τα όσα εξιστορεί και σ΄ αυτό οφείλει τουλάχιστον ένα μέρος της λογοτεχνικότητάς της.


Θεματικά κέντρα
  1. Σχέσεις γονιών-παιδιών
  2. Εικόνα του πατέρα: φόβος και γοητεία
  3. Συνείδηση της ανάγκης του άλλου
Ενότητες
  1. Τον πατέρα......ευκολότερα: Ο πατέρας και οι σχέσεις του με τα παιδιά.
  2. Ο πατέρας...της ζωής μου: Η γοητευτική προσωπικότητα του πατέρα.
  3. Θυμούμαι.....Θεότης: το περιστατικό με τα στρείδια και οι επιπτώσεις του στη ζωή της αφηγήτριας
1η ενότητα: Τα παιδικά χρόνια χρόνια της συγγραφέως σημαδεύονται από την αυστηρή αλλά συγχρόνως και γοητευτική φιγούρα του πατέρα, ο οποίος εμπνέει στα παιδιά του τον φόβο αλλά και τον θαυμασμό και το δέος. Ο πατέρας επιβάλλει την τάξη στο σπίτι με αυστηρή πειθαρχία και σκληρές τιμωρίες, όπως τον ξυλοδαρμό(αποδεκτός τον 19ο αιώνα) που προκαλεί στα παιδιά τη θλίψη, τη ντροπή και την ταπείνωση. Ψυχρός, τυπικός και απρόσιτος, δεν αφήνει κανένα περιθώριο οικειότητας, τρυφερότητας και εκδήλωσης συναισθημάτων. Η έλλειψη στοργής βέβαια δεν εμποδίζει την αφηγήτρια να αντιμετωπίζει τον πατέρα της με θαυμασμό και υπερηφάνεια και να εντυπωσιάζεται από την  επιβλητική του παρουσία και η γοητεία του.

2η ενότητα: Η εικόνα του πατέρα περικλείει δύο αντιθετικές απόψεις: από τη μια μεριά το φόβο και την τυραννική παρουσία του αυταρχικού και απρόσιτου άνδρα, που διατάζει ακι επιβάλλεται στους γύρω του, και από την άλλη το θαυμασμό, τη γοητεία και την υπερηφάνεια που προκαλεί η ομορφιά, η ευγένεια και η ακεραιότητα του. Ο πατέρας είχε τη δυνατότητα να επιβάλεται στους άλλους και να τους αναγκάζει να τον υπακούν ωστόσο δεν έχανε τίποτα από την ευγένεια, την ειλικρίνεια και την τιμιότητα του. Ακλόνητος χαρακτήρας και αφοσιωμένος στις ηθικές του αξίες και αρχές, ήταν πραγματικά μια ολοκληρωμένη προσωπικότητα, κάτι που αναγνώριζαν τα παιδιά του.Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι η αυτοβιογραφική αφήγηση δεν επιλέγει καμία από τις δύο όψεις ως επικρατέστερη. Αντιθέτως οι δύο αντίρροπες δυνάμεις αναπτύσσονται παράλληλα, για να συνθέσουν την εικόνα μιας μυθικής μορφής που λατρεύεται σαν θεότητα και υποχρεώνει την αφηγήτρια να παραδεχτεί πως  ο πατέρας της έμεινε η τελευταία αγάπη της ζωής της. Όπως συμβαίνει συχνά, ο αυτοβιογραφικός λόγος της Δέλτα φανερώνει περισσότερα  για τον δικό της τραυματισμένο ψυχισμό παρά για την προσωπικότητα και τη συμπεριφορά των προσώπων για τα οποία γίνεται λόγος.

3η ενότητα:  Το περιστατικό με τα στρείδια δείχνει τη σημασία που έχει για την αυτοβιογραφική σκέψη μια καθημερινή λεπτομέρεια, που αποκτά στα μάτια του παιδιού το κύρος και τη σημασία ενός κομβικού σημείου στη ζωή του. Τα λόγια του πατέρα άσκησαν καταλυτική επίδραση στον ψυχικό κόσμο της αφηγήτριας, η οποία για πρώτη φορά συνειδητοποίησε την ανάγκη του άλλου να ζήσει από την εργασία του.

Αφηγηματικά στοιχεία-Γλώσσα
  1. Πρωτοπρόσωπη αφήγηση με εσωτερική εστίαση
  2. Η αφήγηση εμπεριέχει πολλά σχόλια και χρησιμοποιούνται κυρίως παρελθοντικοί χρόνοι.
  3. Αξιοποιείται η περιγραφή και ο ζωντανός και παραστατικός διάλογος
  4.  Η γλώσσα είναι απλή, δημοτική και ζωντανή με πολλά σχήματα λόγου.
Και ένα άλλο απόσπασμα.......
Τη μητέρα μου τη λάτρευα. Από τα πρώτα χρόνια, όσο μα­κριά πάει η ενθύμηση μου, την αγαπούσα με πάθος αρρωστιάρικο.
Υψηλή, ωραία, πάντα έμορφα αν και απλά ντυμένη, ευπρόσι­τη σε όλους εκτός στα παιδιά της, η μητέρα μας έστεκε μακριά μας όσο και ο πατέρας. Τη φοβούμασταν περισσότερο, γιατί ήταν πιο κοντά, περισσότερο στο σπίτι, πιο έτοιμη να τιμωρήσει από τον πατέρα πού έλειπε όλην την ημέρα. Ήταν και η μητέρα αυστηρή, αυθαίρετη, τυραννική, επιβλητική. Ο λόγος της ήταν νόμος. Υ­πηρεσία και παιδιά διευθύνουνταν με το ραβδί. Οι μπατσιές και το τράβηγμα του αυτιού ήταν τ' αμεσότερα μέσα να την υπακούομε με το πρώτο της νόημα.
Απ' όλους μας, ο Αντώνης έχει φάγει το περισσότερο ξύλο. Σκάνταλος, ορμητικός, ανυπότακτος, γεμάτος «ιδέες», ζωή και δράση, αδιάκοπα έπεφτε σε περιπέτειες πού τελείωναν με μπά­τσους και τράβηγμα των  αυτιών. Τότε κοκκίνιζε ως μέσα στα μαλ­λιά του, ντρέπουνταν, υπέφερε στο φιλότιμο του, στην υπερηφά­νεια του που ήταν μεγάλη, μα ποτέ δεν έλεγε τίποτα, ούτε έκλαιγε ποτέ, ούτε καταδέχουνταν να ξεφύγει με ένα ψέμα ή να διαμαρτυ­ρηθεί. Σήκωνε το κεφάλι υπερήφανα, έτρωγε το ξύλο και δεν απαντούσε.
Και εμείς τα κορίτσια είχαμε για κεινον «hero workship”( ηρωολατρεία). Κοντά του σκαντάλευα κ' εγώ κ' έτρωγα μπόλικο ξύλο. Η Αλεξάνδρα ήταν η λιγότερο τιμωρημένη γιατί ήταν πάντα φρόνιμη και δεν μπλέκονταν στις δικές μας αταξίες. Η φωνή της ήταν πάντα φωνή της σοφίας.(…)

Γιατί οι γυναίκες τότε δεν ήταν εκείνο πού είναι σήμερα. Ελευθερία δράσεως, θελήσεως, ακόμα και σκέψεως δεν είχαν. Οι γυναίκες τότε ήταν υποταγμένες στον άντρα. Θέληση δική τους δεν είχαν, ούτε γνώμη, ούτε σκέψη ανόμοια με τη σκέψη του αντρός. Και μια φορά παντρεμένη, έπαυε να υπάρχει ως άτομο. Κινούν­ταν, δρούσε, μιλούσε, φέρουνταν στον κόσμο όπως ήθελε ο αφέν­της της. Αν ήταν κοσμικός, έπρεπε να είναι και κείνη κοσμική, είτε της άρεζε ο κόσμος είτε όχι. Αν την ήθελε στο σπίτι κλεισμέ­νη ο άντρας της, έπρεπε να κλειστεί και ας τρελαίνουνταν τον κό­σμο. Επισκέψεις επιτρέπουνταν. Μα αυτές τις ανταλλαγές επισκέ­ψεων, μόνο γυναίκες τις έκαμναν. Άντρες δεν έβλεπε η γυναίκα παρά σε γεύματα (σπάνια τον καιρό εκείνον), σε χορούς (σπανιό­τερους ακόμα), στον περίπατο ή στους δρόμους.
Η υποκρισία ήταν επιβεβλημένη. Μια γυναίκα κοσμική λόγου χάρη που είχε άντρα μη κοσμικό, έπρεπε, όχι μόνο να μην πηγαί­νει στον κόσμο, άλλα και να λέγει πως δεν της αρέσει. Και τανά­παλιν. «Αφού του αρέσει ο κόσμος, χρεωστεί να τον ακολουθεί και κείνη.»
Που να ταξιδέψει γυναίκα μόνη, τότε! «Αφού τον αφήνει, κα­λά της κάνει και παίρνει φιληνάδα.» Όλη η κοινωνία την αποδο­κίμαζε και την αναθεμάτιζε.
Ούτε να πολυφροντίζει το εξωτερικό της η γυναίκα δεν έπρε­πε. Καμιά δεν ομολογούσε πως αγαπούσε το λούσο, τα όμορφα φορέματα, τα διαμαντικά. «Μου τα έδωσαν, και τα φορώ γιατί μου τα έδωσαν», έλεγε η μητέρα μου, όταν τύχαινε να φορέσει κα­νένα στολίδι.
— «Ναι! Φορέματα τώρα!» έλεγε πάλι ή μητέρα, αν της έλεγε καμιά φιληνάδα να ράψει τούτη ή εκείνη τη μόδα. «Όποια γυναί­κα έχει άντρα και παιδιά, δεν έχει καιρό για μόδες.» Αυτά ήταν για τις ξεμυαλισμένες, τις «παρίες» της κοινωνίας. Είχε και τέτοιες, και τις έδειχναν με το δάχτυλο. Χαμένα ρούχα, σου έλεγαν. Τιποτένιες γυναίκες.
Εντούτοις είχε και κομψές, και όμορφες, και καλοντυμένες, και πουδραρισμένες, και στολισμένες. Μα η ετοιμασία, η φροντί­δα, το στόλισμα γίνουνταν κρυφά στην κρεβατοκάμαρα, με κλειδω­μένες τις πόρτες. Όποια κοίταζε καθρέφτη, ήταν ξεμυαλισμένη. Γυναίκες και κορίτσια, σαν αντίκριζαν καθρέφτη έπρεπε να κά­νουν πώς τον περιφρονούν, πώς δεν κοιτάζονται, πώς αδιαφο­ρούν. Έξω από την κρεβατοκάμαρα, όπου γίνουνταν το στόλισμα, η γυναίκα υποτίθουνταν πως δεν ενδιαφέρεται στην εμφάνιση της.
Μα επειδή και τότε η γυναίκα ήταν γυναίκα, οι κρυφές μα­τιές, τα κρυφά συγυρίσματα μαλλιών ή φορέματος, το κρυφό τσίμ­πημα μάγουλων για να κοκκινίσουν, το κρυφό σιάξιμο καπέλου ή κολάρου, έπαιρναν κ' έδιναν.
Και, μοιραία, έκριναν και δίκαζαν και καταδίκαζαν, τα παι­διά. Ό πατέρας μας σαν έμπαινε στο σπίτι και κρέμαγε το καπέλο στην κρεμάστρα, έριχνε μια βιαστική ματιά στον καθρέφτη, έσιαζε με τη βούρτσα και το χτένι που ήταν στο ραφάκι της κρεμάστρας τα πυκνά του μαλλιά, διόρθωνε τη γραβάτα του αν είχε στραβώ­σει, βούρτσιζε το ρούχο του βιαστικά και πήγαινε στην τραπεζα­ρία με το βιαστικό του πάντα: «Σερβίρετε γρήγορα.»
Μα ο πατέρας ήταν ο αφέντης, δεν είχε να δώσει λογαριασμό σε κανέναν. Ότι έκαμνε, το έκαμνε ανοιχτά.
Όταν όμως τύχαινε να δω τη μητέρα να κρυφοκοιτάξει τον καθρέφτη, να κρυφοσηκώσει κανένα μαλλάκι κάτω από το τρίχινο διχτάκι που φορούσαν τότε στο μέτωπο, να διορθώσει κρυφά το νταντελάκι του λαιμού της ή να τεντώσει τη ζαρωμένη της φούστα, ντρεπόμουν. Και δεν ήξερα γιατί ντρεπόμουν. Μάς είχαν μάθει και μας, πως ήταν κακό να κοιτάζεις στον καθρέφτη. Μα αν ήταν κακό, γιατί το έκανε ή μαμά; Και αν δεν ήταν κακό, γιατί το έκανε κρυφά;
Ο πατέρας κοίταζε στον καθρέφτη και διορθώνουνταν. Μα εκείνος το έκαμνε χωρίς να κρυφθεί. Εκείνος είχε πάντα κάποια καλή αιτία να το κάνει. Ενώ η μαμά το έκανε κρυφά, άρα ήταν κακό, άρα δεν έπρεπε να γίνεται.
Θυμούμαι ακόμα τη δυσφορία, την ψυχική ανησυχία που μ' έπιανε και με βασάνιζε κάθε φορά που τύχαινε να πιάσω επ΄ αυτοφώρω τη μητέρα σε καμιά της τέτοια κρυφή κίνηση. Και πόσο ντρέπουμουν που την είχα δει, προπάντων που, αν το  αντιλαμβάνουνταν η μητέρα, θύμωνε και ξεσπούσε σε κανένα μάλωμα:
— «Τι θες εδώ; Τι μπαίνεις κρυφά στην κάμαρα; Πήγαινε γρή­γορα στο σπουδαστήριο, μη σε δείρω!»
Και έφευγα δρομέως! Τι ήθελα να το δω! Τι ήθελα στην τρα­πεζαρία! Τι ήθελα να μπω «κρυφά» στην κάμαρα! Πάντα «κρυφά» περπατούσαμε, μην κάνομε κρότο, μη μας ακούσουν, έξω από τις ώρες που δικαιωματικώς μπαίναμε στην τραπεζαρία ή στην κρεβα­τοκάμαρα των γονέων.
Και μαζευόμουν τρομαγμένη, και αν με ρωτούσαν τ' αδέλφια μου: «Τί έπαθες πάλι; Τί έκανες και σε μάλωσαν;» δεν έλεγα, από ντροπή, από κάποιο αίσθημα μειώσεως που δεν ήξερα να το εξηγή­σω μα που πονούσε βαθιά, γιατί άγγιζε τη μητέρα, τη «θεότητα», τη λατρεμένη, που έκαμνε πράματα πού δεν έπρεπε να κάνει, που τα είχα δει, ενώ δεν έπρεπε να τα είχα δει.
Πληγές παιδικές, αυτές, που δε γιατρεύονται ποτέ.


Και ένα animation για τη σχέση πατέρα-κόρης....





2 σχόλια:

οι μαθητές του Γ3 και Γ4 είπε...

Πολύ ωραία ανάλυση!Περσι, όταν κάναμε το κείμενο με τα παιδιά, χρησιμοποίησα κείμενο από το Φωτόδεντρο σε μια ομαδοσυνεργατική και εκεί αντιλήφθηκαν οι μαθητές και τη θέση της γυναίκας εκείνη την εποχή.Ευχαριστούμε Αλεξάνδρα!

Αλεξάνδρα Γερακίνη είπε...

Να είσαι καλά Γιώτα! Καλή δύναμη!