Το να ξεστομίζεις μια λέξη είναι σαν να χτυπάς μια νότα στο πληκτρολόγιο της φαντασίας.
Για όσα δεν μπορείς να μιλήσεις πρέπει να σωπαίνεις.

Ludwig Wittgenstein

Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2016

Οι μαθητές της Γ Γυμνασίου επιλέγουν ποιήματα του Κ.Καβάφη

Οι μαθητές της Γ Γυμνασίου επιλέγουν ποιήματα του Κ.Καβάφη από το σπουδαστήριο του νέου ελληνισμού.....



Καλός και κακός καιρός
 Δεν με πειράζει αν απλώνη
έξω ο χειμώνας καταχνιά, σύννεφα, και κρυάδα.
Μέσα μου κάμνει άνοιξι, χαρά αληθινή.
Το γέλοιο είναι ακτίνα, μαλαματένια όλη,
σαν την αγάπη άλλο δεν είναι περιβόλι,
του τραγουδιού η ζέστη όλα τα χιόνια λυώνει.

 Τι ωφελεί οπού φυτρώνει
λουλούδια έξω η άνοιξις και σπέρνει πρασινάδα!
Έχω χειμώνα μέσα μου σαν η καρδιά πονεί.
Ο στεναγμός τον ήλιο τον πιο λαμπρό σκεπάζει,
σαν έχεις λύπη ο Μάης με τον Δεκέμβρη μοιάζει,
πιο κρύα είναι τα δάκρυα από το κρύο χιόνι.

Ο λόγος για τον οποίο επέλεξα να γράψω το ποίημα αυτό είναι επειδή ένιωσα μια ταύτιση με τα λόγια του και η τρυφερότητα του με περιτύλιξε, καθώς όπως αναφέρεται  στο ποίημα, δεν έχει σημασία σε ποια εποχή βρισκόμαστε αλλά τι νιώθεις μέσα σου και ποια συναισθήματα σου δημιουργούνται.
Χ.Β.

Τα παράθυρα
Σ’ αυτές τες σκοτεινές κάμαρες, που περνώ
μέρες βαρυές, επάνω κάτω τριγυρνώ
για  νάβρω τα παράθυρα.— Όταν ανοίξει
ένα παράθυρο θάναι παρηγορία.—
Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται, ή δεν μπορώ
να τάβρω. Και καλλίτερα ίσως να μην τα βρω.
Ίσως το φως θάναι μια νέα τυραννία.
Ποιος ξέρει τι καινούρια πράγματα θα δείξει.

Διάλεξα το συγκεκριμένο ποίημα επειδή μέσα από αυτό μπορώ και εκφράζω τη μελαγχολία και ένα μεγάλο ερωτηματικό για το μέλλον, το οποίο είναι πάντα απρόβλεπτο.
Γ.Χ.

Τα άλογα του Αχιλλέως
Τον Πάτροκλο σαν είδαν σκοτωμένο,
        που ήταν τόσο ανδρείος, και δυνατός, και νέος,
        άρχισαν τ’ άλογα να κλαίνε του Aχιλλέως·
        η φύσις των η αθάνατη αγανακτούσε
        για του θανάτου αυτό το έργον που θωρούσε.
Τίναζαν τα κεφάλια των και τες μακρυές χαίτες κουνούσαν,
        την γη χτυπούσαν με τα πόδια, και θρηνούσαν
τον Πάτροκλο που ενοιώθανε άψυχο — αφανισμένο —
μια σάρκα τώρα ποταπή — το πνεύμα του χαμένο —
                ανυπεράσπιστο — χωρίς πνοή —
εις το μεγάλο Τίποτε επιστραμένο απ’ την ζωή.

                Τα δάκρυα είδε ο Ζευς των αθανάτων
        αλόγων και λυπήθη. «Στου Πηλέως τον γάμο»
        είπε «δεν έπρεπ’ έτσι άσκεπτα να κάμω·
        καλλίτερα να μην σας δίναμε, άλογά μου
        δυστυχισμένα! Τι γυρεύατ’ εκεί χάμου
στην άθλια ανθρωπότητα πούναι το παίγνιον της μοίρας.
        Σεις που ουδέ ο θάνατος φυλάγει, ουδέ το γήρας
      πρόσκαιρες συμφορές σας τυραννούν. Στα βάσανά των
      σας έμπλεξαν οι άνθρωποι.»— Όμως τα δάκρυά των
                για του θανάτου την παντοτινή
      την συμφοράν εχύνανε τα δυο τα ζώα τα ευγενή.

Διάλεξα το συγκεκριμένο ποίημα του Καβάφη διότι αγαπώ πολύ την ιστορία και επειδή ο Αχιλλέας είναι ένας από τους αγαπημένους μου ήρωες.
Α.Χ.

 Τείχη
Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
A όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.

Aλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.

Επέλεξα το συγκεκριμένο ποίημα διότι ο ποιητής κάνει λόγο για ανθρώπους που κλείνονται στα τείχη που οι ίδιοι δημιούργησαν, χωρίς πλέον να μπορούν να επικοινωνήσουν με τον έξω κόσμο.
Η.Σ.

Γκρίζα
Κυττάζοντας ένα οπάλλιο μισό γκρίζο
θυμήθηκα δυο ωραία γκρίζα μάτια
που είδα· θάναι είκοσι χρόνια πρίν ....

......................................................................

Για έναν μήνα αγαπηθήκαμε.
Έπειτα έφυγε, θαρρώ στην Σμύρνη,
για να εργασθεί εκεί, και πια δεν ιδωθήκαμε.

Θ’ ασχήμισαν — αν ζει — τα γκρίζα μάτια·
θα χάλασε τ’ ωραίο πρόσωπο.

Μνήμη μου, φύλαξέ τα συ ως ήσαν.
Και, μνήμη, ό,τι μπορείς από τον έρωτά μου αυτόν,
ό,τι μπορείς φέρε με πίσω απόψι.
Επέλεξα το ποίημα αυτό διότι είναι πλημμυρισμένο από έντονα συναισθήματα και επίσης επειδή ο ήρωας του ποιήματος εκφράζει έντονα  τα συναισθήματα από τα οποία έχει κυριευτεί.
Ι.Π.

Μελαγχολία του Ιάσονος Κλεάνδρου· ποιητού εν Kομμαγηνή· 595 μ.X.
Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου
είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.
Δεν έχω εγκαρτέρησι καμιά.
Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάπως ξέρεις από φάρμακα·
νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω.

Είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι.—
Τα φάρμακά σου φέρε Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάμνουνε —για λίγο— να μη νοιώθεται η πληγή.

Το συγκεκριμένο ποίημα αναφέρεται στα γηρατειά και στη ζωή που σιγά-σιγά τελειώνει και δεν έχει υπάρχει πλέον νόημα σε αυτή. Οι αλλαγές στην εξωτερική εμφάνιση επηρεάζουν την ψυχική κατάσταση των ηλικιωμένων. Το σώμα τους ζαρώνει, το πρόσωπο ρυτιδιάζει, τα μαλλιά ασπρίζουν και ο οργανισμός αρχίζει να εξασθενεί. Ο ποιητής όμως φαίνεται να αποδέχεται τη μοίρα του και να προσπαθεί να δώσει μια ευχάριστη νότα στη ζωή του με κάτι που τον γεμίζει συναισθηματικά και τον κάνει να νιώθει και πάλι νέος. Το ποίημα αυτό θέλει να μας υπενθυμίσει πως ποτέ δεν είναι αργά να ασχολούμαστε με δραστηριότητες οι οποίες μας γεμίζουν και μας κάνουν να νιώθουμε όμορφα. Ο λόγος λοιπόν για τον οποίο επέλεξα το συγκεκριμένο ποίημα είναι γιατί νιώθω πως έχει ενθαρρυντικό ύφος και περνάει το μήνυμα πως τα γηρατειά του σώματος είναι ανεξάρτητα της ψυχής και της καρδιάς.
Ε.Π.

Φωνές
Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες
εκείνων που πεθάναν, ή εκείνων που είναι
για μας χαμένοι σαν τους πεθαμένους.

Κάποτε μες στα όνειρά μας ομιλούνε·
κάποτε μες στην σκέψι τες ακούει το μυαλό.

Και με τον ήχο των για μια στιγμή επιστρέφουν
ήχοι από την πρώτη ποίησι της ζωής μας —
σα μουσική, την νύχτα, μακρυνή, που σβύνει.

Ο λόγος που επέλεξα αυτό το ποίημα είναι το ότι μιλάει για κάτι γνώριμο σε μένα. Ανατρέχει σε μακρινές αναμνήσεις και ζωντανεύουν ήχοι και πρόσωπα μπροστά του τα οποία έχουν μείνει χαραγμένα για πάντα στη μνήμη του. Σιγά-σιγά όμως αυτοί οι ήχοι σβήνουν με το πέρασμα του χρόνου. Είναι ένα ποίημα πολύ δυνατό με μεγάλο νόημα, το οποίο εμβαθύνει σε γεγονότα της καθημερινής ζωής(θάνατος, αναμνήσεις, απώλεια).
Μ.Σ.

Επιθυμίες
Σαν σώματα ωραία νεκρών που δεν εγέρασαν
και τάκλεισαν, με δάκρυα, σε μαυσωλείο λαμπρό,
με ρόδα στο κεφάλι και στα πόδια γιασεμιά —
έτσ’ η επιθυμίες μοιάζουν που επέρασαν
χωρίς να εκπληρωθούν· χωρίς ν’ αξιωθεί καμιά
της ηδονής μια νύχτα, ή ένα πρωί της φεγγερό.

Επέλεξα αυτό το ποίημα καθώς μπορώ να ταυτιστώ με αυτό που περιγράφει σχετικά με ανεκπλήρωτες επιθυμίες. Πιστεύω ότι το συγκεκριμένο θέμα αφορά πολλούς ανθρώπους καθώς σχεδόν όλοι οι άνθρωποι απέκτησαν απωθημένα κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Επιπλέον η παρομοίωση που χρησιμοποιεί ο ποιητής μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση, καθώς περιγράφει ακριβώς την κατάσταση αλλά και παράλληλα δημιουργεί εικόνες δυνατές, ικανές να μας ταρακουνήσουν και να μη ξεχαστούν για καιρό.
Ε.Π.

Η αρρώστια του Κλείτου
Ο Κλείτος, ένα συμπαθητικό
παιδί, περίπου είκοσι τριώ ετών —
με αρίστην αγωγή, με σπάνια ελληνομάθεια —
είν’ άρρωστος βαρειά. Τον ηύρε ο πυρετός
που φέτος θέρισε στην Aλεξάνδρεια.

Τον ηύρε ο πυρετός εξαντλημένο κιόλας ηθικώς
απ’ τον καϋμό που ο εταίρος του, ένας νέος ηθοποιός,
έπαυσε να τον αγαπά και να τον θέλει.

Είν’ άρρωστος βαρειά, και τρέμουν οι γονείς του.

Και μια γρηά υπηρέτρια που τον μεγάλωσε,
τρέμει κι’ αυτή για την ζωή του Κλείτου.
Μες στην δεινήν ανησυχία της
στον νου της έρχεται ένα είδωλο
που λάτρευε μικρή, πριν μπει αυτού, υπηρέτρια,
σε σπίτι Χριστιανών επιφανών, και χριστιανέψει.
Παίρνει κρυφά κάτι πλακούντια, και κρασί, και μέλι.
Τα πάει στο είδωλο μπροστά. Όσα θυμάται μέλη
της ικεσίας ψάλλει· άκρες, μέσες. Η κουτή
δεν νοιώθει που τον μαύρον δαίμονα λίγο τον μέλει
αν γιάνει ή αν δεν γιάνει ένας Χριστιανός.

Διάλεξα αυτό το ποίημα του Καβάφη γιατί παρουσιάζει ένα στιγμιότυπο που αναδεικνύει ότι η πραγματική σημασία για τους ανθρώπους δεν είναι το όνομα της θρησκείας αλλά η έννοια της αγάπης...
Κ.Γ.

Πρόσθεσις
Aν ευτυχής ή δυστυχής είμαι δεν εξετάζω.
Πλην ένα πράγμα με χαράν στον νου μου πάντα βάζω —
που στην μεγάλη πρόσθεσι (την πρόσθεσί των που μισώ)
που έχει τόσους αριθμούς, δεν είμ’ εγώ εκεί
απ’ τες πολλές μονάδες μια. Μες στ’ ολικό ποσό
δεν αριθμήθηκα. Κι αυτή η χαρά μ’ αρκεί.

Επέλεξα το ποίημα "Πρόσθεσις" διότι είναι από τα σημαντικότερα πράγματα να έχουμε υψηλή αυτοεκτίμηση και να μην φτάσουμε ποτέ στο σημείο να μισήσουμε τις επιλογές μας πόσο μάλλον τον ίδιο μας τον εαυτό.
Ε.Ν.

Ιθάκη
Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους·
να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά·
σε πόλεις Aιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.

Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει·
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.
  
Αυτό το ποίημα μου αρέσει γιατί ο Καβάφης παροτρύνει τους ανθρώπους να κάνουν όνειρα και να πιστεύουν στα όνειρα τους .Ο Καβάφης λέει στους ανθρώπους να μην σκέφτονται τον προορισμό αλλά το ταξίδι και ότι στο τέλος θα είναι πιο σοφοί και με περισσότερες εμπειρίες .
Μ.Ζ.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: