Το να ξεστομίζεις μια λέξη είναι σαν να χτυπάς μια νότα στο πληκτρολόγιο της φαντασίας.
Για όσα δεν μπορείς να μιλήσεις πρέπει να σωπαίνεις.

Ludwig Wittgenstein

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2016

Χαλασμένες γειτονιές, Φύλλο εργασίας



Χαλασμένες γειτονιές, Κ.Χαρπαντίδης

Φύλλο εργασίας

ΟΜΑΔΑ Α: ΤΟΠΟΣ-ΧΡΟΝΟΣ
  1. Ποια πόλη σκιαγραφείται στα αποσπάσματα του Κ. Χαρπαντίδη;
  2. Ποια είναι τα τοπογραφικά στοιχεία της πόλης που δίνονται μέσα στο κείμενο; Εντοπίστε τα στο χάρτη.
  3. Πως εκφράζεται ο χρόνος μέσα στο κείμενο; Από ποιο χρονικό σημείο ξεκινά την αφήγηση του ο συγγραφέας; Υπάρχει αναδρομή στο παρελθόν; Αν ναι τι κερδίζει με αυτή;
  4. Πως προχωρά ο χρόνος στην περιγραφή μιας ημέρας; Από ποιο σημείο της ημέρας ξεκινά ο συγγραφέας και σε ποιο τελειώνει; Δώστε συγκεκριμένα παραδείγματα.

ΟΜΑΔΑ Β: ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ- «ΑΝΑΠΤΥΞΗ» ΚΑΙ «ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ» ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ
  1. Ποια είναι η εικόνα που παρουσιάζουν οι γειτονιές της Καβάλας σήμερα και πώς νιώθει ο συγγραφέας; Εντοπίστε τα σχετικά χωρία στο κείμενο.
  2. Γιατί οι πολυκατοικίες πληγώνουν την εικόνα της Καβάλας; Πως χτίστηκαν και σε ποια δεκαετία; Τι συνέπειες είχαν στην όψη της Καβάλας;
  3. Με ποια έννοια χρησιμοποιεί ο συγγραφέας τις λέξεις ανάπτυξη και αξιοποίηση;
  4. Τι εννοεί ο συγγραφέας με τη φράση « το παρελθόν θα μας εκδικηθεί»;

ΟΜΑΔΑ Γ : ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΑ ΠΑΙΔΙΑ- ΕΛΛΕΙΨΗ ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ
  1. Τι συνέπειες είχε η πυκνή δόμηση της πόλης στα παιδιά;
  2. Στην αναδρομή που κάνει ο συγγραφέας στα παιδικά του χρόνια ποια ήταν η μοναδική ευκαιρία που είχαν τα παιδιά να ξεφύγουν για λίγο και να παίξουν;
  3. Τι λείπει από την πόλη της Καβάλας σήμερα;
  4. Γιατί τα παιδιά περισσότερο αγριεύουν παρά ηρεμούν με το παιχνίδι σήμερα;
  5.  Γράψτε την άποψη σας για τις συνέπειες της απουσίας παιχνιδιού στη ζωή των παιδιών.

    ΟΜΑΔΑ Δ: ΓΛΩΣΣΑ- ΥΦΟΣ- ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
    1. Η γλώσσα του κειμένου είναι λυρική και μεταφορική. Γιατί ο συγγραφέας επιλέγει αυτή τη μορφή της γλώσσας; Ποια σχήματα λόγου υπάρχουν; Δώστε παραδείγματα. Εντοπίστε τις εικόνες του κειμένου.
    2. Ποιος αφηγείται και σε ποιο πρόσωπο; Να βρείτε παραδείγματα από τη χρήση διαφορετικών προσώπων και να αιτιολογήσετε την επιλογή αυτή. Υπάρχει αφήγηση, περιγραφή, διάλογος; Ποιο υπερτερεί; Να δώσετε χαρακτηριστικά παραδείγματα.

    ΟΜΑΔΑ Ε: ΤΙΤΛΟΣ ΒΙΒΛΙΟΥ- ΤΙΤΛΟΣ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΟΣ-ΕΝΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΠΛΑΓΙΟΤΙΤΛΟΙ-ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ-ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΤΗΣ ΚΑΒΑΛΑΣ
    1. Ποιος είναι ο τίτλος του βιβλίου του συγγραφέα και πως τον καταλαβαίνετε;
    2. Ποιος είναι ο τίτλος του συγκεκριμένου αποσπάσματος και ποιο είναι το νόημα του;
    3. Σε ποιες ενότητες χωρίζεται το απόσπασμα. Δώστε ένα  πλαγιότιτλο σε κάθε ενότητα.
    4. Ποιο είναι το βασικό θέμα του κειμένου;
    5. Ποια είναι τα στοιχεία του κειμένου που σχετίζονται με την ιστορία της Καβάλας;

    Παράλληλα κείμενα
    (Πηγή: http://taenoikwkaiendimw.blogspot.gr/2015/10/blog-post_12.html)

    Να βρείτε τα κοινά στοιχεία ως προς τη θεματική ανάμεσα στο κείμενο του Χαρπαντίδη και τα παράλληλα κείμενα.

    Πρώτο παράλληλο κείμενο
    Όταν ήρθαμε σ' αυτό το σπίτι, το πρώτο πράμα που πήρε το μάτι μου, σαν βγήκα στο μπαλκόνι, ήταν το αντικρινό μπαλκονάκι, που το είχαν περιτριγυρισμένο με σύρμα ως απάνω και έμοιαζε με κοτέτσι ή κλουβί άγριου ζώου. Μέσα σ' αυτό το κλουβί τριγύριζε σαν φυλακισμένο αγριμάκι ένα παιδί κάπου τριών χρονών. Σε μια γωνιά του μπαλκονιού ήταν στοιβαγμένα καταγής παιχνίδια. Παναγιά μου και Χριστέ μου! Τι παιχνίδια και κακό είναι αυτό; Μεγάλα αυτοκίνητα από πλαστικό, κούκλες πελώριες, ελέφαντες, άλογα, όλα νεκρά και άψυχα. Το παιδί όμως δε γυρίζει να τα δει. Με τα δυο του χέρια κρατά το κάγκελο και χώνει το μουτράκι του ανάμεσα, προσπαθώντας να δει τις γάτες που τριγυρίζουν κάτω στην πρασιά. 'Η προσπαθεί να καντζαρώσει το κάγκελο, να γαντζωθεί από το σύρμα, να σκαρφαλώσει πιο ψηλά. Σίγουρα, αν βγάλουν το σύρμα απ' αυτό το μπαλκόνι, το παιδάκι θα σκαρφαλώσει στο κάγκελο και θα βρεθεί κάτω, γιατί του έχουν αφαιρέσει την αίσθηση του κινδύνου. [.......]

    Εκείνο το παιδάκι στο αντικρινό μπαλκόνι μου ματώνει την καρδιά. 
    Δεν μπορώ να το βλέπω σαν ζωάκι πίσω από τα σύρματα. Όταν ήμουνα εγώ στην ηλικία του, ζούσαμε στην Πόλη σ' ένα τριώροφο σπίτι που είχε δυο σκάλες ολόρθες σαν καραβόσκαλες. Πολλές φορές τις ανεβοκατέβαινα μπουσουλώντας, και όμως δεν γκρεμοτσακίστηκα. Ούτε με κλείσανε ποτέ πίσω από τα σύρματα για να με προστατέψουνε. 

    Κυκλοφορούσα ελεύθερη στο σπίτι, κι όταν στενοχωριόμουνα, με κάθιζε η γιαγιά μου στο πάτωμα και άδειαζε μπροστά μου τη σακούλα με τα κουμπιά.
    Τα κουμπιά που μαζεύουνταν χρόνον-καιρό από παλιά ρούχα που ήτανε για πέταμα. Μ' εκείνα τα κουμπιά θα είχαν παίξει όλα τα παιδιά της οικογένειας. Ίσως και η ίδια η γιαγιά μου. Τι ωραία κουμπιά ήταν εκείνα! Κουμπιά από κόκαλο, κουμπιά από κέρατο ζώου, κουμπιά από σιντέφι και από φίλντισι. Το σιντέφι, μου είχε πει η γιαγιά μου, ήταν από όστρακα. Τα κουμπιά από φίλντισι ήταν από δόντι ελέφαντα —τούρκικα τον ελέφαντα τον λένε φιλ και το δόντι ντις. Ώρες ολόκληρες περνούσα παίζοντας, με τέτοια γλύκα που τρέχανε τα σάλια μου.

    Άλλες φορές πάλι, με κάθιζε στη σκάφη, έδινε στα χέρια μου για κουπί το μεγάλο ξύλο που είχε για να κάνει γυριστό γλυκό, και με έστελνε να πάω να ψαρέψω.

    Συχνά μου έδινε καμμένα σπίρτα που μάζευε, με κάθιζε στο τραπέζι να κάνω διάφορα σχέδια πάνω στο τραπεζομάντιλο, ή να κάνω σιδερόδρομο από άδεια σπιρτοκούτια. Μου έδινε και τραπουλόχαρτα να κάνω πύργους.

    Αν πεις από κούκλες; Άλλο τίποτα. Μου έφκιανε κούκλες πάνινες, μεγάλες μεγάλες, χορταστικές και μαλακούτσικες, που να τις παίρνεις στην αγκαλιά σου να τις ζεστάνεις, ακόμα και να κοιμηθείς μαζί. Τις έτοιμες κούκλες που μου φέρνανε τις έσπαζα να δω τι έχουνε μέσα, και η μητέρα μου, για να τις γλιτώσει, τις κάθιζε στον καναπέ του σαλονιού και κλείδωνε την πόρτα. Μμμμμ, σκοτούρα μου. Ανάγκη είχα εγώ εκείνες τις κρύες και νεκρές κούκλες, που τα μαλλιά τους βρωμούσανε ψαρόκολλα! 

    Μπορεί τα παιδιά της εποχής μου να τους έλειπαν πολλά πράματα, αλλά είχανε χώρο να
    κινηθούν μέσα στο σπίτι. Και το πιο φτωχικό σπιτάκι εκείνης της εποχής είχε περισσότερο εσωτερικό χώρο από το δυάρι της σημερινής πολυκατοικίας. Έπειτα είχανε το δρόμο. Στην Πόλη, συμμορίες παιδιών, το πιο πολύ αγόρια, ξεπερνούσαν πολλές φορές τα σύνορα του μαχαλά τους και χάνουνταν με τις ώρες. Πολλές φορές, στα σύνορα δύο προαστίων μπερδεύουνταν οι εθνικότητες, και άκουες τα παιδιά να μιλούν μιαν απίθανη εσπεράντο από ρωμαίικα, τούρκικα, εβραίικα, αρμένικα. Το 1960, όταν είχαμε πάει με τη Νέλλη στην Πόλη, ανταμώσαμε έναν Τούρκο καπετάνιο μέσα στο βαποράκι που πήγαινε στην Πρίγκιπο και απορήσαμε με τα ωραία ελληνικά του. Τον ρωτήσαμε πού τα έμαθε. '. Εκείνος γέλασε.

    — Τα έμαθα παίζοντας με ρωμιόπαιδα στο δρόμο, μας είπε. Το σπίτι μας συνόρευε με ρωμαίικο μαχαλά, και η πρώτη μου αγάπη ήταν ρωμιοπούλα. Εκείνη δεν με καταδέχτηκε, όμως εγώ ως τώρα την αγαπώ.

    Οπωσδήποτε τα παιδιά εκείνης της εποχής στην Πόλη ήτανε πιο ευτυχισμένα από τα σημερινά.

    Μαρία Ιορδανίδου, Η αυλή μας, Βιβλιοπωλείον της Εστίας 

    Δεύτερο παράλληλο κείμενο
    «Ει, πού πας; Δεν μου 'χες πει ότι στις πέντε θα με πας στα Δύσκολα;» φώναζε στ’ αυτί του Αριστείδη Ζαχμάνογλου ο μικρός Παυλάκης – με μια φωνή επιτακτική που θύμιζε εκπαιδευτή πεζοναυτών σε άσκηση – ενώ ταυτόχρονα τραβούσε με όση δύναμη διέθετε το παντελόνι του πατέρα του. 
    Κι είχε τα δίκια του πάνω σ' αυτό ο μικρός αφού την προηγούμενη μέρα, ο Αριστείδης —μέσα στα πλαίσια μιας προγραμματισμένης εβδομαδιαίας ψυχαγωγικής εκπαίδευσης— του είχε τάξει να τον πάει στην παιδική χαρά που βρίσκεται καμιά πεντακοσαριά μέτρα μακριά από το σπίτι τους, σε μια νησίδα πράσινου, ανάμεσα σε τρεις μεγάλες λεωφόρους. Της έχουν δώσει, δε, από κοινού αυτό το όνομα, όχι, όπως φαντάζεστε, λόγω του ότι είναι δύσκολη, έτσι κι αλλιώς, η προσπέλαση σ' αυτή, όσο γιατί ο Παυλάκης Ζαχμάνογλου —αλλά πολύ, δε, περισσότερο ο πατέρας του— βρίσκει απείρως δυσκολότερη την ενασχόληση με τα διάφορα παιχνίδια που έχουν στηθεί εκεί, προφανώς από κάποια ομάδα αρχιτεκτόνων, με εντελώς σύγχρονες αντιλήψεις επί του θέματος, αφού έχουν τοποθετήσει στο μέρος αυτό κάτι πολύζυγα αυστηρότατα, αντίστοιχες τσουλήθρες και γέφυρες ακαθορίστου σχήματος• δοκούς ισορροπίας και κάτι κούνιες βλοσυρές —ολ’  από ξύλο καμωμένα, άβαφο και από σίδερο αιχμηρό— συνθέτοντας, έτσι, ένα σύνολο, που παραπέμπει, πιο πολύ, σε μια εικόνα υπαίθριου χώρου βασανιστηρίων παρά σε εικόνα χώρου παιχνιδιού και χαράς[........]

    Αφού πέρασε λοιπόν στην απέναντι πλευρά της λεωφόρου, ο Αριστείδης με το γιο του και απέκτησε οπτική επαφή με το χώρο των βασανιστηρίων —που του είχε ανατεθεί από τους αρμοδίους ο ρόλος της παιδικής χαράς— ξαφνικά, αντιστράφηκαν οι ρόλοι. Αντί, λοιπόν, να σέρνει ο ίδιος το μικρό Παυλάκη —όπως έκανε πιο πριν— απ’  το σημείο αυτό και ύστερα, άρχισε πια, να οδηγείται απ’ το γιο του με τον τρόπο, ακριβώς, που οδηγούνται οι ιδιοκτήτες των σκύλων από τα ζώα τους, προς το δέντρο της ανακούφισης, κατά τη διάρκεια των νυκτερινών τους εξόδων. Γι’αυτό και φτάσαν, πολύ γρήγορα, στο σημείο εκείνο όπου υψωνόταν η μεταλλική, απότομη τσουλήθρα, στην οποία και είχε ιδιαίτερη αδυναμία ο μικρός.
    Ο χώρος, όμως, γύρω απ’αυτή, είχε καταληφθεί, ήδη, από μια ομάδα πιτσιρικάδων —με τους αντίστοιχους παιδοβοσκούς— που περίμεναν, ανυπόμονα, τη σειρά τους, σε κείνη την τσουλήθρα, σχηματίζοντας μια ουρά, μεγαλύτερη από κείνη της Εθνικής Τράπεζας όταν αποδίδει τις συντάξεις στο τέλος κάθε μήνα, γι’ αυτό κι ο Αριστείδης —επειδή δεν ήταν του χαρακτήρα του να μετέρχεται δολίων μέσων ώστε να παρακάμψει τη σειρά προς όφελός του— αναγκάστηκε να συμμορφωθεί, σαν πρόσκοπος σε εκπαιδευτική εκδρομή, και ν’ ανάψει το πρώτο τσιγάρο της επιχείρησης Τα δύσκολα. Με την ευκαιρία αυτή, αναλογίστηκε και τα παιχνίδια της δικής του παιδικής πανωλεθρίας κάνοντας, μάλιστα, και συγκρίσεις —μάλλον οδυνηρές— των παλαιότερων ψυχαγωγικών επιδόσεων με τις σημερινές.
    Θυμήθηκε, λοιπόν —με καλπάζουσα νοσταλγία— τον εκτονωτικό πετροπόλεμο, τα ευεργετικά σκλαβάκια, τη βάρβαρη γουρούνα του απογεύματος, τη δεξιοτεχνική σκλέντζα, τον περιπετειώδη μούκα, τη φροϋδική αναδίπλωση του κρυφτού και τον αποδοτικότατο γιατρό και καταλήφθηκε, ξαφνικά, από ένα είδος μελαγχολίας [.....]
    Στους γύρω δρόμους, βέβαια, που κλείνανε από παντού την παιδική χαρά, η σύγχρονη ζωή θορυβούσε, όπως πάντα, αυτή την ώρα, μ’ ανθρώπους βιαστικούς και πανικόβλητους, με μηχανάκια δραστήρια που κάναν ελιγμούς ανάμεσα απ’ αυτοκίνητα όλων των τύπων που κόρναραν δαιμονισμένα, αλλά ο Αριστείδης Ζαχμάνογλου, παρ’όλ’ αυτά, αφέθηκε και μεταφέρθηκε σταδιακά σε χώρο άλλο: σε μια εποχή αθωότητας και ηρεμίας, μια κοινωνία ευγένειας, άλλων ρυθμών και άλλου ήθους, πράγμα που χρειαζόταν το ζήλο και την αστοχία ενός Χριστόφορου Κολόμβου για να την ανακαλύψει κανείς, σ’αυτές τις πόλεις που είμαστε αναγκασμένοι πια να ζούμε και στους ρυθμούς που επιβάλλει στους ανθρώπους ο σύγχρονος τρόπος ζωής.
    Ν. Χουλιαράς, Στο σπίτι του εχθρού μου, εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1995

    Τρίτο παράλληλο κείμενο

    Η τάξη μας ήταν ένα γωνιακό δωμάτιο, πάντα γιομάτο ήλιο, όταν δεν ήταν συννεφιά. Η σόμπα στη γωνιά τραβούσε με θόρυβο, και κάπνιζε όλη την κάμαρα. Καθόμουν στο πρώτο θρανίο, και με υπομονή περίμενα. Οι σύντροφοί μου δίπλα κάναν ωραία σχέδια για την περίπτωση που δε θα 'ρχόταν η «κυρία».
    Πρώτα θα βγαίναν στην αυλή να παίξουν «αμπάριζα». Ύστερα η «κυρία» διευθύντρια θα τους έδιωχνε γιατί θα κάναν θόρυβο, και θα ενοχλούσαν τις «μεγάλες». Αυτό ήταν η ύστατη ικανοποίηση του ορμέμφυτου της ελευθερίας, που βλάσταινε μέσα στις νέες ανθρώπινες ψυχούλες τους. Και ύστερα η εκδήλωση αυτού του ορμέμφυτου. Η άσκοπη πολυθόρυβη περιπλάνηση στον κάμπο. Και οι οπτασίες περνούσαν μπρος από τα μάτια μας.

    Θα πηγαίναμε στο σταθμό. Ο δρόμος είναι γιομάτος λάσπη, μα αυτό δεν έχει σημασία. Είναι τόσο ωραίο να νιώθεις το έδαφος να υποχωρεί κάτω από τα πόδια σου, σα μια γλιστερή μαλακή μάζα. Αποκεί θα παίρναμε από το μηχανοστάσιο ασετυλίνη· - είχαμε σχέσεις με το προσωπικό- και με το πολύτιμο αυτό αντικείμενο στα χέρια, θα πηγαίναμε στη μεγάλη «Μαγούλα» την Ορμάν μαγούλα, όπου θα εκσφενδονίζαμε τον πρώτο τυχόντα τενεκέ γάλακτος Νεστλέ στο στερέωμα, με τη βοήθεια των αερίων της οργανικής αυτής ουσίας.

    Ίσως παρατηρήσετε ότι μεταχειρίζομαι στην πιο απάνω περίοδο τη λέξη «θα» πολλές φορές εις βάρος κάθε σύνταξης και κάθε στιλ. Και όμως, αυτή η λέξη είναι όλη η περίοδος. Γιατί συνήθως απάνω στο φόρτε του αλήτικου ονείρου μας, άνοιγε η πόρτα, και έμπαινε, ωχρή, παγωμένη, τυλιγμένη στο φτωχικό δασκαλικό παλτό της, η κυρία Νίτσα.
    Θα μου πείτε, πώς θυμάμαι ύστερα από τόσα χρόνια, τα γεγονότα της πρώτης παιδικής μου ζωής. Ψάξτε καλά στις αναμνήσεις σας. Με λίγη καλή θέληση, θα βρείτε παλιές εικόνες γεμάτες δροσιά και αθωότητα. Τα μικρά μας χρόνια είναι τόσο λίγα, και τόσο χαρακτηριστικά, ώστε να μην μπορούν ν' ανακατευτούν, με τον άχαρο συρφετό της μεγάλης μας ζωής. Είναι ένα σύνολο σαφές και καθαρό, μια γραμμή ευθεία και προσδιορισμένη. Σαν περάσουν πια, αρχίζει ο λαβύρινθος και τα ζιγκ ζαγκ της αγωνιώδους και απαιτητικής υπόστασής μας. Είμαστε μεγάλοι. Θέλουμε, θέλουμε, χωρίς να ξέρουμε τι θέλουμε.
    Το χαρακτηριστικό της ζωής είναι η αγωνιώδης προσμονή, όσο είμαστε παιδιά, κάποιου καλού, και όταν μεγαλώσουμε κάποιου κακού. Ψάξτε καλά στις αναμνήσεις σας. Θα βρείτε έναν άλλο άνθρωπο, αλλιώτικο από σας, ξένο, ένα φίλο, ίσως και εχθρό. Σεις δεν είστε εκείνος. Ο Ανατόλ Φρανς δεν είναι ο «Μικρός Πέτρος». Είναι ο λεπτός νοσταλγός, ο πατρικός διάδοχος του παιδιού που είχε τ' όνομά του. Θυμηθείτε τα παλιά σας. Είναι σαν μια πνοή καθαρού αέρα.
    Μ. Καραγάτσης, Ανέκδοτα νεανικά κείμενα, Βιβλιοπωλείον της Εστίας



    Επιπλέον δραστηριότητες
    Παρακολουθήστε τα παρακάτω βίντεο και γράψτε ένα κείμενο για την Αθήνα ή την Καβάλα στο παρελθόν και το παρόν χρησιμοποιώντας την τεχνική της σύγκρισης-αντίθεσης.

     
     
     

    Παρακολουθήστε τα παρακάτω βίντεο και γράψτε ένα κείμενο για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο σύγχρονος άνθρωπος στις μεγαλουπόλεις.

             


             


    Δεν υπάρχουν σχόλια: